Ρένος Χαραλαμπίδης: «Τα “Φτηνά Τσιγάρα” συνομιλούν με την μπιτ λογοτεχνία και ποίηση και δημιουργήθηκαν υπό την απατηλή τους σκιά» [Συνέντευξη στον Γιώργο Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη]
24Ιου
Στη φωτογραφία ο Ρένος Χαραλαμπίδης με τον Πωλ Μπόουλς στην Ταγγέρη την άνοιξη του 1999. (Αρχείο Ρένου Χαραλαμπίδη)
Η ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη (σενάριο- σκηνοθεσία) «Φτηνά Τσιγάρα» (2000) μοιάζει να συνομιλεί με τη Μπιτ Λογοτεχνία όχι μόνο στη θεματική της περιπλάνησης, αλλά και στον ρυθμό, στη μουσικότητα των διαλόγων, στην αίσθηση ότι οι χαρακτήρες υπάρχουν έξω από τον χρόνο. Για αυτή τη σχέση μάς μιλάει στο Ποιητικό Καφενείο του Ποιείν.
-Πόσο συνειδητή ήταν αυτή η επιρροή και πόσο η ίδια η Αθήνα σας υπαγόρευσε αυτόν τον τόνο;
Πραγματικά τα ΦΤΗΝΑ ΤΣΙΓΑΡΑ συνομιλούν με την μπιτ λογοτεχνία και ποίηση και δημιουργήθηκαν υπό την απατηλή τους σκιά. Να σημειωθεί ότι η ταινία κυριαρχείται από υπαρξιακή ξενοιασιά όπως και όλη η φιλοσοφία των μπίτνικ. Λες και τα ταξίδια μας συμπίπτουν. Τους μοιάζω και μου μοιάζουν. Πίνοντας το νέκταρ της καθημερινής ζωής παντού, όπου το βρίσκουμε. Το σενάριο το έγραφα και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μου στο Μαρόκο για να συναντήσω τον Μπόουλς -τοτέμ του παλιρροιακού κύματος των μπίτνικ-και η ιδέα των κρεμασμένων χρυσόψαρων στα χερούλια του τρόλεϊ την εμπνεύστηκα από μια εικόνα που συνάντησα στην Καζαμπλάνκα, όπου με άφησε το αεροπλάνο για να πάρω το λεωφορείο προς Ταγγέρη. Σε ένα παζάρι είδα κρεμασμένες σακούλες με χρυσόψαρα σαν γιρλάντα, σαν πολύχρωμα λαμπιόνια σε πάλκο ταβέρνας του ‘50, που τα χρύσωνε ο ήλιος . Η επίσκεψη στην Ταγγέρη (αρχετυπική πόλη για την γενιά των μπίτνικ αφού ο Μπόουλς την είχε έδρα του και φιλοξενούσε άπαντες τους περιπλανώμενους) ήταν η δική μου περιπλάνηση σαν μακρινός χαιρετισμός στους πλάνητες-ποιητές της δεκαετίας του ‘50.Που έδωσαν στην έννοια του «ωτοστόπ» την πιο ιερή του σημασία.
Με την μπιτ λογοτεχνία συναντήθηκα στα τέλη του ‘80 με το « on the road» και «μπήκα στην παρέα τους» με την συνάντηση με τον Μπόουλς στην Ταγγέρη την άνοιξη του 1999. Λίγους μήνες μετά πέθανε. Για εμένα η Ταγγέρη και το σπίτι του ήταν ένας μυθικός τόπος συνάντησης όλων των μπίτνικ. Κέρουακ, Γκίνσμπεργκ, Μπάροουζ…
Η μουσικότητα των διαλόγων προέκυψε καθώς γράφοντας άκουγα twist, rock and roll, ελεύθερη τζαζ αλλά και μια κασέτα που μου έγραψε ο ηθοποιός Ανδρέας Νάτσιος, που έπαιξε τον καφετζή-μπάρμαν-ποιητή, όπου ο Εμπειρίκος απήγγειλε καθηλωτικά τον μεγαλειώδη ύμνο του στον Κέρουακ « Beat beat beatitude and love and glory».[1]
Διαβάστε περισσότερα





