Αντρέας Πολυκάρπου, «Εις Άδου Κάθοδος», εκδ. Σμίλη, 2025 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)
12Σεπ
Δηλώνει αιώνιος μέτοικος στην χώρα του θανάτου!
Σε παλαιότερα κείμενά-μου είχα σημειώσει πως ο δυνατος κρότος απο τη μπιστολια που τίναξε στον αέρα τα μυαλα του Κώστα Καρυωτάκη, του αυτόχειρα ποιητη, εκείνο το σημαδιακο δειλινο της 21ης Ιουλίου του 1928, στην Πρέβεζα, αντηχεί ακόμη στο σύμπαν, μετα απο ένα σχεδον αιώνα, και καταδυναστεύει απελπιστικα τη σκέψη και την ποίηση των νέων Ελλήνων ποιητων, γεγονος που γεννάει και ένα ηθικο πρόσημο που αγγίζει το ευρύτερο αναγνωστικο κοινο.
Αυτο, δυστυχως, ήταν το πρώιμο συμπέρασμα που αποκόμισα απο την επαφη και τριβη-μου τα τελευταία χρόνια με την ποίηση δύο τριων, κατα τ’ άλλα υποσχόμενων, δημιουργων. Βέβαια, δεν αγνοω, πως η ποίηση, γενικα η κάθε δημιουργία, ενέχει μέσα-της στοιχεία θανάτου, στοιχεία φθορας. Εξαρτάται όμως, πως εκλαμβάνονται και με ποια διάθεση αξιοποιούνται αυτα τα στοιχεία απο τον κάθε δημιουργο.
Το θλιβερο αυτο συμπέρασμα, έρχεται τώρα να το επιβεβαιώσει αλλα και να μού το εδραιώσει ο Αντρέας Πολυκάρπου με την καινούργια ποιητικη συλλογη-του που κυκλοφόρησε στις αρχες αυτου του χρόνου (2025) απο τις εκδόσεις Σμίλη και η οποία φέρει τον αποκαλυπτικο, άκρως πένθιμο, τίτλο ΄΄Εις Άδου Κάθοδος΄΄.
Θέλω να τονίσω, ευθυς εξ αρχης και χωρις περιστροφες, πως ο Α. Πολυκάρπου εκφράζει, μέσα απο τη νεόκοπη ποίησή-του, μία ακατανόητη απαισιοδοξία και ένα εν δυνάμει, επικίνδυνο θα έλεγα, πεσιμισμο, στοιχεία νεοφανη στο έργο-του και τα οποία εύκολα μπορει ν’ ανιχνεύσει και ο οποιοσδήποτε αναγνώστης. Και αυτο γιατι όλη η καινούργια ποίηση-του είναι θεμελιωμένη και στηριγμένη πάνω σε θλιβερα συναισθήματα και ψυχοφθόρες λέξεις, όπως π.χ. οι λέξεις «θάνατος» και «Άδης», δίνοντάς-σου την εντύπωση πως ο νέος ποιητης έχει παγιδευτει στο «αόρατο δίχτυ του θανάτου», έτοιμος ν’ ακολουθήσει με περιπάθεια τον δρόμο που χάραξε ο Κ. Καρυωτάκης.
Ο διάλογος, εξάλλου, που αναπτύσσει, σε επίπεδο βάθους και ουσίας, με τον αυτόχειρα της Πρέβεζας, όπως αποτυπώνεται στα ποιήματα που τιτλοφορούνται «Διάλογος με τον Κ. Καρυωτάκη» και «Του θανάτου», είναι τεκμήρια τα οποία δεν πρέπει να διαφεύγουν της προσοχης-μας. Απεναντίας, πρέπει να τα υπογραμμίζουμε και να τα αξιολογούμε όταν σκιαγραφούμε την ψυχογραφία, βιολογικη και ποιητικη, του εν λόγω δημιουργου.
Αξίζει ν’ αναφέρω πως απο μία πρόχειρη καταμέτρηση που έκαμα στις σελίδες της καινούργιας συλλογης-του, συνάντησα 30 φορες τη λέξη «θάνατος» και 25 φορες τη λέξη «Άδης! Κοντα σε αυτες συνάντησα και μία σειρα απο άλλες λέξεις, σχετιζόμενες πάντοτε με το μυστήριο του θανάτου και το πένθος που επιφέρει, όπως π.χ. οι λέξεις νεκρος, πεθαμένος, τάφος, μνήμα, κόλαση, κιβούρι, σεντούκι, σάβανο, θανατικο, λιβάνι κ.α. Μάλιστα, ο ποιητης χαρακτηρίζει τη «γη ένα απέραντο κοιμητήριο» και ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται αιώνιος μέτοικος «Στη χώρα του θανάτου», διαλαλώντας ταυτόχρονα πως «Όλα στον θάνατο εγγράφονται».
Ειλικρινα, δεν θέλω να πιστέψω πως ο νέος αυτος ποιητης απέκτησε ξαφνικα ερωτικη έλξη με τον θάνατο. Πως ο θάνατος του έγινε έμμονη ιδέα και απαραίτητος οδηγος, γεγονος που θα τον οδηγήσει κάποια στιγμη σε σκοτεινα μονοπάτια ή σε απονενοημένες πράξεις. Δυστυχως όμως, ο στίχος-του «Μια ανάσα πάντα απ’ τον θάνατο με χωρίζει» δεν αφήνει κάποια φωτεινα περιθώρια στη σκέψη-μου. Μάλλον, προς αυτες τις μαύρες σκέψεις την κατευθύνει.
Διαβάστε περισσότερα





