Αναγνώσεις

Νίκος Γύφτουλας, «Αποθήκη Υαλικών» [προδημοσίευση από τη συλλογή διηγημάτων «Αύριο είναι μονάχα Κυριακή»]

 

 

Ο Δημητρός, κομμουνιστής παλιάς κοπής, έζησε  τη ζωή του μαθημένος να κρύβεται. Μαθημένος στις εξορίες,  στα ξερονήσια, στις υποχρεωτικές παρουσίες στα αστυνομικά τμήματα, στις επισκέψεις στην  ασφάλεια, στις αθέατες και διακριτικές παρακολουθήσεις, πλησίαζε τα εβδομήντα  πια -αν δεν τα ‘χε ήδη πατήσει. Απ’ όλα αυτά, του ‘χε μείνει το χούι να κρύβεται. Να κρύβεται, ακόμα κι αν ήταν παρών. Παρών ανάμεσα στους άλλους.

Τελευταία του δοκιμασία, ήταν αυτή της Χούντας. Όμως είχε μάθει πια. Με τα χρόνια, έβαλε και κάτι λεφτουδάκια στην άκρη.  Αγόρασε ένα οικόπεδο. Έφτιαξε κι ένα σπίτι. Όχι από αντιπαροχή. Γωνιακό.  Δίπατο. Ήταν η εποχή της ανέγερσης.

Τον Δημητρό τον περιστοίχιζαν πρόσφυγες και επαρχιώτες. Οι επαρχιώτες, προέρχονταν από το ίδιο το σκληρό καλούπι της ιστορίας, από το οποίο όμως, οι περισσότεροι, ανήκαν στην «άλλη» πλευρά. Κατοχή, Εμφύλιος, Εσωτερική Μετανάστευση.  Ένας από αυτούς, ήταν ο Μιχάλης Καραβάς. Βαθιά αντικομουνιστής, ο Μιχάλης, ένιωθε πως ανήκε στους νικητές. Εν πάση περιπτώσει, πίστευε ακράδαντα πως ήταν ένα με τους «σωστούς», τους καθώς πρέπει νοικοκυραίους που ζουν χωρίς να δημιουργούν προβλήματα. Με αυτούς που σε κάθε περίσταση κοιτάζουν την αυλή τους.  «Τι τους πείραζε» η χούντα έλεγε και ξανάλεγε, κάθε φορά που του δινόταν η ευκαιρία: «Άμα δεν του πείραζες δεν σε πείραζαν… Άσε που έκαναν και έργα. Τη φρόντισαν τη χώρα».

Από την άλλη πάλι, η προσφυγιά. Τους «Αούτηδες», δύσκολα τους πλησίαζες. Πάντα ευγενικοί και ετοιμόλογοι στα προσχήματα, επιφυλακτικοί κι απόμακροι κατά βάθος. «Αουταραίους», τους αποκαλούσαν υποτιμητικά οι Ελλαδίτες. «Τι να περιμένεις από δαύτους….  Όλο, είχαμαν και είχαμαν».

Διαβάστε περισσότερα