Biørnsjerne Bjørnson (1832-1910), «Ο πατέρας» (μτφρ. Γιώργος Βλαχογιάννης)
19Ιου
Ο άνθρωπος εκείνος ήταν ο πλουσιότερος και ισχυρότερος της ενορίας. Τον λέγανε Θορντ
Οβεράας. Δεν είχε πατήσει ποτέ του στην εκκλησία. Μια μέρα πήγε στο σπίτι του πάστορα
και μ’ ύφος περήφανο και σοβαρό του ’πε:
– Η γυναίκα μου γέννησε και θέλω να βαφτίσω το μωρό.
– Πoιο θά ’ναι τ’ όνομά του;
– Φιν, όπως και τ’ όνομα του πατέρα μου.
– Και νουνοί ποιοι θά ’ναι;
Ο Οβεράας είπε τα ονόματά τους κι ο πάστορας τα σημείωσε στο βιβλίο του. Ήτανε απ’
τους φίλους της οικογένειας Οβεράας κι από τους πλουσιότερους της ενορίας.
Όταν τέλειωσε το γράψιμο, ο κληρικός σήκωσε το κεφάλι και ρώτησε:
– Άλλο τίποτα;
Ο κτηματίας κοντοστάθηκε λίγο και έπειτα είπε:
– Θα με ευχαριστούσε, αν το βάφτιζες εσύ.
– Θα γίνει η βάφτιση μέρα γιορτάσιμη;
– Την ερχόμενη Κυριακή, στις δώδεκα το μεσημέρι.
– Πολύ καλά. Τίποτ’ άλλο;
– Τίποτ’ άλλο!
Ο κτηματίας έκανε να φύγει. Τότε ο κληρικός σηκώθηκε και πήγε κοντά του.
– Να σου ζήσει, Θορντ, του ’πε. Ο Θεός, από κει πάνω, σου το στέλνει σαν ευλογία…
Ο Θορντ Οβεράας δεν απάντησε. Έκαμε μια κίνηση σε σημείο αποχαιρετισμού κι έφυγε.






