Franz Kafka, «Ένας Καλλιτέχνης της Πείνας / Και άλλες δύο αποδιδαχές» (μετάφραση-επίμετρο: Θοδωρής Τσομίδης), εκδ. Gutenberg, 2022
26Ιου
Το ενδιαφέρον γιὰ τοὺς καλλιτέχνες τῆς πείνας ἔχει μειωθεῖ σημαντικὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες. ᾽Ενῶ παλιότερα ὁ καθένας μποροῦσε νὰ διοργανώσει μεγαλειώδεις καὶ ἐξαιρετικὰ ἐπικερδεῖς παραστάσεις τέτοιου εἴδους, στὶς μέρες μας κάτι τέτοιο εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον. ῏Ηταν ἄλλες ἐποχές. Τὰ χρόνια ἐκεῖνα ὁλόκληρη ἡ πόλη ἀσχολοῦνταν μὲ τὸν καλλιτέχνη τῆς πείνας. Κάθε μέρα ποὺ ὁ καλλιτέχνης ἄντεχε χωρὶς τροϕή, ἡ συμμετοχὴ τοῦ κόσμου μεγάλωνε. Οἱ κάτοικοι ἔρχονταν νὰ δοῦν τὸν καλλιτέχνη τουλάχιστον μία ϕορὰ τὴν ἡμέρα. Καὶ καθὼς οἱ μέρες περνοῦσαν, ὑπῆρχαν θεατὲς ποὺ κάθονταν ὁλόκληρη τὴ μέρα μπροστὰ στὰ κάγκελα τοῦ μικροσκοπικοῦ κλουβιοῦ. Θεατὲς κατέϕθαναν ἀκόμα καὶ μέσα στὴ νύχτα τυλιγμένοι στὸ ϕῶς τῶν πυρσῶν, γεγονὸς ποὺ δημιουργοῦσε μιὰ ἐντυπωσιακὴ ἀτμόσϕαιρα. Τὰ παιδιὰ ἔρχονταν νὰ δοῦν τὸν καλλιτέχνη κυρίως ὅποτε εἶχε λιακάδα καὶ τὸ κλουβὶ τοποθετοῦνταν ἔξω. ᾽Ενῶ γιὰ τοὺς ἐνήλικες συχνὰ τὸ δρώμενο δὲν ἦταν παρὰ ἕνα παιχνίδι στὸ ὁποῖο συμμετεῖχαν μὲ μισὴ καρδιὰ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἦταν τῆς μόδας, τὰ παιδιὰ πλησίαζαν τὸ κλουβὶ κρατώντας τὸ ἕνα τὸ χέρι τοῦ ἄλλου γιὰ νὰ νιώθουν ἀσϕάλεια καὶ μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτὸ παρακολουθοῦσαν ἐκστασιασμένα τὸν καλλιτέχνη τῆς πείνας, χλομό, ντυμένον μὲ μιὰ μαύρη ϕανέλα μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία πρόβαλλαν ἔντονα τὰ ἀποστεωμένα του πλευρά, νὰ κάθεται σ ᾽ἕναν σωρὸ ἀπὸ ἄχυρα περιϕρονώντας ἐπιδεικτικὰ μιὰν ἄνετη πολυθρόνα, τὴ μιὰ στιγμὴ νὰ γνέϕει ϕιλικὰ πρὸς τὸ κοινό, νὰ ἀποκρίνεται στὶς ἐρωτήσεις του μὲ ἕνα κουρασμένο χαμόγελο, νὰ ἁπλώνει μάλιστα τὸ χέρι ἀνάμεσα στὰ κάγκελα προκειμένου νὰ ἐπιτρέψει στὰ παιδιὰ νὰ ψηλαϕήσουν τὸ λιπόσαρκο κορμί του, τὴν ἄλλη στιγμὴ ὅμως νὰ βυθίζεται ὁλοκληρωτικὰ στὶς σκέψεις του, νὰ μὴ δίνει σημασία σὲ τίποτα καὶ σὲ κανέναν, οὔτε κὰν στὸν χτύπο τοῦ ρολογιοῦ ποὺ ἦταν καὶ ἡ μοναδικὴ διακόσμηση τοῦ κλουβιοῦ, καὶ νὰ κοιτᾶ μὲ μισόκλειστα μάτια καὶ βλέμμα ἀπλανὲς τὸ κενό, ρουϕώντας πότε πότε μιὰ στάλα νερὸ ἀπὸ ἕνα μικροσκοπικὸ κανάτι γιὰ νὰ δροσίσει τὰ χείλη του. ᾽Εκτὸς ἀπὸ τοὺς θεατὲς ποὺ πήγαιναν κι ἔρχονταν, τὸ κοινὸ εἶχε ἐπίσης ὁρίσει μόνιμους ϕύλακες, ποὺ ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ πὼς ἦταν συνήθως χασάπη[1]δες στὸ ἐπάγγελμα καὶ οἱ ὁποῖοι καθῆκον τους εἶχαν νὰ ἐπιτηροῦν σὲ ὁμάδες τῶν τριῶν τὸν καλλιτέχνη τῆς πείνας μέρα καὶ νύχτα μὴ τυχὸν καὶ καταϕέρει μὲ κάποιον τρόπο καὶ τσιμπήσει στὰ κρυϕὰ λίγη τροϕή.
Διαβάστε περισσότερα





