Το ενδιαφέρον γιὰ τοὺς καλλιτέχνες τῆς πείνας ἔχει μειωθεῖ σημαντικὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες. ᾽Ενῶ παλιότερα ὁ καθένας μποροῦσε νὰ διοργανώσει μεγαλειώδεις καὶ ἐξαιρετικὰ ἐπικερδεῖς παραστάσεις τέτοιου εἴδους, στὶς μέρες μας κάτι τέτοιο εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον. ῏Ηταν ἄλλες ἐποχές. Τὰ χρόνια ἐκεῖνα ὁλόκληρη ἡ πόλη ἀσχολοῦνταν μὲ τὸν καλλιτέχνη τῆς πείνας. Κάθε μέρα ποὺ ὁ καλλιτέχνης ἄντεχε χωρὶς τροϕή, ἡ συμμετοχὴ τοῦ κόσμου μεγάλωνε. Οἱ κάτοικοι ἔρχονταν νὰ δοῦν τὸν καλλιτέχνη τουλάχιστον μία ϕορὰ τὴν ἡμέρα. Καὶ καθὼς οἱ μέρες περνοῦσαν, ὑπῆρχαν θεατὲς ποὺ κάθονταν ὁλόκληρη τὴ μέρα μπροστὰ στὰ κάγκελα τοῦ μικροσκοπικοῦ κλουβιοῦ. Θεατὲς κατέϕθαναν ἀκόμα καὶ μέσα στὴ νύχτα τυλιγμένοι στὸ ϕῶς τῶν πυρσῶν, γεγονὸς ποὺ δημιουργοῦσε μιὰ ἐντυπωσιακὴ ἀτμόσϕαιρα. Τὰ παιδιὰ ἔρχονταν νὰ δοῦν τὸν καλλιτέχνη κυρίως ὅποτε εἶχε λιακάδα καὶ τὸ κλουβὶ τοποθετοῦνταν ἔξω. ᾽Ενῶ γιὰ τοὺς ἐνήλικες συχνὰ τὸ δρώμενο δὲν ἦταν παρὰ ἕνα παιχνίδι στὸ ὁποῖο συμμετεῖχαν μὲ μισὴ καρδιὰ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἦταν τῆς μόδας, τὰ παιδιὰ πλησίαζαν τὸ κλουβὶ κρατώντας τὸ ἕνα τὸ χέρι τοῦ ἄλλου γιὰ νὰ νιώθουν ἀσϕάλεια καὶ μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτὸ παρακολουθοῦσαν ἐκστασιασμένα τὸν καλλιτέχνη τῆς πείνας, χλομό, ντυμένον μὲ μιὰ μαύρη ϕανέλα μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία πρόβαλλαν ἔντονα τὰ ἀποστεωμένα του πλευρά, νὰ κάθεται σ ᾽ἕναν σωρὸ ἀπὸ ἄχυρα περιϕρονώντας ἐπιδεικτικὰ μιὰν ἄνετη πολυθρόνα, τὴ μιὰ στιγμὴ νὰ γνέϕει ϕιλικὰ πρὸς τὸ κοινό, νὰ ἀποκρίνεται στὶς ἐρωτήσεις του μὲ ἕνα κουρασμένο χαμόγελο, νὰ ἁπλώνει μάλιστα τὸ χέρι ἀνάμεσα στὰ κάγκελα προκειμένου νὰ ἐπιτρέψει στὰ παιδιὰ νὰ ψηλαϕήσουν τὸ λιπόσαρκο κορμί του, τὴν ἄλλη στιγμὴ ὅμως νὰ βυθίζεται ὁλοκληρωτικὰ στὶς σκέψεις του, νὰ μὴ δίνει σημασία σὲ τίποτα καὶ σὲ κανέναν, οὔτε κὰν στὸν χτύπο τοῦ ρολογιοῦ ποὺ ἦταν καὶ ἡ μοναδικὴ διακόσμηση τοῦ κλουβιοῦ, καὶ νὰ κοιτᾶ μὲ μισόκλειστα μάτια καὶ βλέμμα ἀπλανὲς τὸ κενό, ρουϕώντας πότε πότε μιὰ στάλα νερὸ ἀπὸ ἕνα μικροσκοπικὸ κανάτι γιὰ νὰ δροσίσει τὰ χείλη του. ᾽Εκτὸς ἀπὸ τοὺς θεατὲς ποὺ πήγαιναν κι ἔρχονταν, τὸ κοινὸ εἶχε ἐπίσης ὁρίσει μόνιμους ϕύλακες, ποὺ ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ πὼς ἦταν συνήθως χασάπη[1]δες στὸ ἐπάγγελμα καὶ οἱ ὁποῖοι καθῆκον τους εἶχαν νὰ ἐπιτηροῦν σὲ ὁμάδες τῶν τριῶν τὸν καλλιτέχνη τῆς πείνας μέρα καὶ νύχτα μὴ τυχὸν καὶ καταϕέρει μὲ κάποιον τρόπο καὶ τσιμπήσει στὰ κρυϕὰ λίγη τροϕή.

Δὲν ἦταν ὅμως παρὰ μιὰ τυπικότητα θεσπισμένη γιὰ νὰ καθησυχάζει τὶς μάζες, ἀϕοῦ οἱ μυημένοι τὸ γνώριζαν καλὰ πὼς ὁ καλλιτέχνης τῆς πείνας δὲ θὰ ἔβαζε μπουκιὰ στὸ στόμα του ὑπὸ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες ἀκόμα καὶ ἂν τὸν ἐξανάγκαζαν· τοῦ τὸ ἀπαγόρευε ἡ τιμὴ τῆς τέχνης του. Φυσικὰ αὐτὸ ἦταν κάτι ποὺ δὲν ἀντιλαμβάνονταν ὅλοι οἱ ϕύλακες. ῾Υπῆρχαν μερικὲς νυχτερινὲς περίπολοι ποὺ ἐκτελοῦσαν τὰ καθήκοντά τους μὲ μεγάλη χαλαρότητα, ἔστηναν ἐπίτηδες πηγαδάκι σὲ μιὰ ἀπόμερη γωνιὰ καὶ ἔπαιζαν ἀπορροϕημένοι χαρτιὰ θέλοντας προϕανῶς νὰ προσϕέρουν στὸν καλλιτέχνη τὴν εὐκαιρία γιὰ ἕνα σύντομο γεῦμα ποὺ θὰ ξετρύπωνε, πίστευαν, ἀπὸ κάποια κρυμμένα ἀποθέματα τροϕῆς ποὺ διέθετε. Φύλακες σὰν αὐτοὺς ἦταν τὸ χειρότερο βασανιστήριο γιὰ τὸν καλλιτέχνη. Τοῦ μαύριζαν τὴν ψυχή. ῎Εκαναν τὴν πείνα νὰ ϕαντάζει ἀνυπόϕορη. ῏Ηταν ϕορὲς στὴ διάρκεια τῆς βάρδιάς τους ποὺ ὁ καλλιτέχνης ξεπερνοῦσε τὴν ἀδυναμία του κι ἔπιανε τὸ τραγούδι, γιὰ ὅση ὥρα ἄντεχε ϕυσικά, προκειμένου νὰ ἀποδείξει στὸν κόσμο πόσο ἄδικα τὸν ὑποπτεύονταν. ῞Ομως καὶ αὐτὸ ἀκόμα λίγο βοηθοῦσε. Τὸ μόνο ποὺ κέρδιζε ἦταν ὁ θαυμασμὸς τοῦ κόσμου γιὰ τὴν ἐπιδεξιότητα μὲ τὴν ὁποία κατάϕερνε νὰ τρώει καὶ νὰ τραγουδάει ταυτόχρονα. χίλιες ϕορὲς προτιμότεροι οἱ ϕύλακες ποὺ κάθονταν δίπλα στὸ κλουβὶ καὶ ποὺ προκειμένου νὰ τὸν ἐπιτηροῦν δὲν ἀρκοῦνταν στὸν ἀμυδρὸ νυχτερινὸ ϕωτισμὸ τῆς αἴθουσας ἀλλὰ τὸν ϕώτιζαν μὲ τὸν ϕακὸ ποὺ τοὺς εἶχε δώσει ὁ ἰμπρεσάριος. Καθόλου δὲν τὸν ἐνοχλοῦσε τὸ ἔντονο ϕῶς –οὕτως ἢ ἄλλως δὲν μποροῦσε νὰ κοιμηθεῖ καὶ γλάρωνε εὔκολα κάτω ἀπὸ ὁποιονδήποτε ϕωτισμὸ καὶ ὁποιαδήποτε ὥρα, ἀκόμα καὶ στὴν κατάμεστη, πολύβουη αἴθουσα–, τὸ ἀντίθετο μάλιστα: ἔμενε μὲ μεγάλη του χαρὰ ξάγρυπνος ὁλόκληρη τὴ νύχτα ὅταν ὑπῆρχαν τέτοιοι ϕύλακες, καλαμπούριζε μαζί τους, ἐξιστοροῦσε τὶς ἀτελείωτες περιπλανήσεις του καὶ ἄκουγε ἔπειτα τὶς δικές τους διηγήσεις, ὁτιδήποτε ἀρκεῖ νὰ τοὺς κρατοῦσε ξύπνιους γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ τοὺς δείχνει ξανὰ καὶ ξανὰ πὼς δὲν ὑπάρχει στὸ κλουβὶ τίποτα ϕαγώσιμο καὶ ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπομείνει τὴ δοκιμασία τῆς πείνας ὅσο κανένας ἀπὸ δαύτους. ῾Η πιὸ χαρούμενη ὅμως ὥρα γιὰ τὸν καλλιτέχνη ἦταν τὸ ξημέρωμα, ὅταν σερβίριζαν στοὺς ϕύλακες ἕνα πλουσιοπάροχο πρωινὸ κερασμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο καὶ αὐτοὶ τὸ καταβρόχθιζαν λαίμαργα μετὰ ἀπὸ τὴν κοπιαστική τους βάρδια. ῾Υπῆρχαν βέβαια ὁρισμένοι ποὺ σὲ τούτη τὴ χειρονομία ἔβλεπαν μιὰν ἀνάρμοστη προσπάθεια ἐπηρεασμοῦ τῶν ϕυλάκων, ἀλλὰ αὐτὸ πιὰ παραῆταν, κι ὅταν τοὺς πρότεινε κανεὶς νὰ ἀναλάβουν οἱ ἴδιοι τὴ ϕρούρηση δίχως πρωινό, ἔστω πρὸς ἀπόδειξη τῶν ὑπονοιῶν τους, ἐκεῖνοι ἄλλαζαν τροπάρι καὶ ἀπομακρύνονταν, ἐμμένοντας ὡστόσο στὶς κατηγορίες τους. Σὲ κάθε περίπτωση, τέτοιες ὑπόνοιες ἦταν συνυϕασμένες μὲ τὶς ἐπιδείξεις πείνας.

Κανένας ϕυσικὰ δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ϕυλάει μέρα καὶ νύχτα ἀδιαλείπτως τὸν καλλιτέχνη τῆς πείνας, καὶ ὡς ἐκ τούτου κανένας δὲν μποροῦσε νὰ ἔχει ἰδία ἀντίληψη γιὰ τὸ κατὰ πόσον ὁ καλλιτέχνης ἔμενε πράγματι ἐντελῶς νηστικός, δίχως διαλείμματα καὶ ἀτασθαλίες. Αὐτὸ μποροῦσε νὰ τὸ ξέρει μόνο ὁ ἴδιος ὁ καλλιτέχνης, ἐκεῖνος λοιπὸν ἦταν καὶ ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας τοῦ γεγονότος πὼς πράγματι δὲν τρώει. ῾Υπῆρχε ὅμως κάτι ἀκόμα ποὺ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ νιώσει ποτὲ ἱκανοποιημένος. Σκεϕτόταν πὼς ἴσως δὲν ἦταν ἡ πείνα ὁ λόγος ποὺ εἶχε ἀποστεωθεῖ τόσο ὥστε μερικοὶ θεατὲς ἀναγκάζονταν δυστυχῶς νὰ ἀποϕύγουν τὸ ὅλο δρώμενο γιατὶ δὲν ἄντεχαν νὰ ἀντικρίζουν τὴν ὄψη του. ῎Ισως ὁ μόνος λόγος ποὺ εἶχε μείνει πετσὶ καὶ κόκαλο νὰ ἦταν ἡ δυσαρέσκεια ποὺ ἔνιωθε πρὸς τὸν ἑαυτό του. Διότι μόνον αὐτὸς ἤξερε μὲ τί εὐκολία ὑπέμενε τὴν πείνα, μόνον αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος. ῏Ηταν τὸ εὐκολότερο πράγμα στὸν κόσμο. Καὶ δὲν εἶναι πὼς τὸ κρατοῦσε κρυϕό, ἁπλῶς κανεὶς δὲν τὸν πίστευε· τὸν περνοῦσαν στὴν καλύτερη περίπτωση γιὰ μετριόϕρονα, οἱ περισσότεροι ὅμως τὸν θεωροῦσαν ἐπιδειξιομανὴ ἤ, ἀκόμα χειρότερα, ἕναν κατεργάρη ποὺ θεωροῦσε παιχνιδάκι τὴν πείνα ἀκριβῶς διότι εἶχε βρεῖ τρόπο νὰ τὴν ἐλέγχει καὶ ποὺ τώρα εἶχε τὸ θράσος σχεδὸν νὰ τὸ παραδεχτεῖ. ῾Ο καλλιτέχνης ἔπρεπε νὰ τὰ ὑπομείνει ὅλα αὐτά, ἐξάλλου εἶχε συνηθίσει μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων, ἀλλὰ ἐτούτη ἡ αἴσθηση τοῦ ἀνικανοποίητου τὸν ἔτρωγε διαρκῶς μέσα του σὰν τὸ σαράκι καὶ ποτὲ ἕως τώρα –καὶ πρέπει νὰ τοῦ τὸ ἀναγνωρίσουμε– δὲν εἶχε ἐγκαταλείψει μὲ τὴ θέλησή του τὸ κλουβί του ὅσες μέρες καὶ ἂν εἶχε περάσει νηστικός. ῾Ο ἰμπρεσάριος εἶχε ὁρίσει ὡς ἀνώτατο χρονικὸ ὅριο ἀσιτίας τὶς σαράντα ἡμέρες· μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο κανεὶς δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ συνεχίσει. ῾Ο κανόνας ἴσχυε ἀκόμα καὶ στὶς μεγαλουπόλεις, καὶ ὑπῆρχε πολὺ καλὸς λόγος γι᾽αὐτό. ῾Η πείρα εἶχε δείξει ὅτι μποροῦσε κανεὶς νὰ ἐντείνει σταδιακὰ τὸ ἐνδιαϕέρον μιᾶς πόλης μέσα ἀπὸ ὅλο καὶ περισσότερες διαϕημίσεις γιὰ ἕνα διάστημα σαράντα ἡμερῶν, μετὰ ὅμως ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο καμπῆς τὸ κοινὸ μειωνόταν καὶ παρατηροῦνταν μιὰ μεγάλη πτώση τοῦ ἐνδιαϕέροντος. ῾Υπῆρχαν ϕυσικὰ μικρὲς διαϕοροποιήσεις στὸ ἐν λόγω ζήτημα ἀπὸ πόλη σὲ πόλη καὶ ἀπὸ χώρα σὲ χώρα, ὁ κανόνας ὅμως ἦταν πὼς οἱ σαράντα ἡμέρες εἶναι τὸ ἀπώτερο χρονικὸ ὅριο.

Τὴν τεσσαρακοστὴ λοιπὸν μέρα ἄνοιγαν τὴν πόρτα τοῦ στεϕανωμένου μὲ λουλούδια πλέον κλουβιοῦ, ἕνα ἐνθουσιῶδες κοινὸ κατέκλυζε τὸ ἀμϕιθέατρο, μιὰ στρατιωτικὴ μπάντα ἔπαιζε μουσική, δυὸ γιατροὶ ἔμπαιναν στὸ κλουβὶ γιὰ νὰ κάνουν τὶς ἀναγκαῖες ἐξετάσεις στὸν καλλιτέχνη τῆς πείνας, τὰ ἀποτελέσματα ἀνακοινώνονταν στὴν αἴθουσα ἀπὸ τὰ μεγάϕωνα καὶ στὸ τέλος ἔκαναν τὴν ἐμϕάνισή τους δύο νεαρὲς κοπέλες, εὐτυχεῖς γιὰ τὸ γεγονὸς πὼς ἐπιλέχθηκαν προκειμένου νὰ συνοδεύσουν τὸν καλλιτέχνη ἔξω ἀπὸ τὸ κλουβί, νὰ τὸν βοηθήσουν νὰ ἀνέβει μερικὰ σκαλιὰ καὶ νὰ κάτσει σ ᾽ἕνα τραπεζάκι ὅπου ἦταν σερβιρισμένο γι᾽αὐτὸν ἕνα διαλεγμένο μὲ ϕροντίδα νοσοκομειακὸ γεῦμα. Στὴ θέα τοῦ γεύματος, ὁ καλλιτέχνης τῆς πείνας πάντα ἐπαναστατοῦσε. Δὲν εἶχε καμία ἀντίρρηση νὰ ἐναποθέσει τὰ κοκαλιάρικα μέλη του στὰ περι ποιητικά, ἁπλωμένα χέρια τῶν κοριτσιῶν ποὺ ἔσκυβαν ἀπὸ πάνω του, ἀλλὰ δὲν ἤθελε ἐπουδενὶ νὰ σηκωθεῖ ὄρθιος. Γιατί νὰ σταματήσει τώρα μετὰ ἀπὸ σαράντα μέρες ἀγώνα; Μποροῦσε νὰ ἀντέξει πολὺ περισσότερο, νὰ ἀντέξει γιὰ πάντα. Γιατί νὰ στα[1]ματήσει τώρα ποὺ ἦταν στὴν καλύτερή του ϕόρμα γιὰ νὰ ἀντέχει τὴν πείνα ἤ, γιὰ τὴν ἀκρίβεια, λίγο πρὶν τὴν καλύτερή του ϕόρμα; Γιατί ἤθελαν νὰ τοῦ κλέψουν τὴ δόξα, γιατί δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ μείνει κι ἄλλο νηστικός, νὰ γίνει ὄχι ἁπλῶς ὁ μεγαλύτερος καλλιτέχνης τῆς πείνας ὅλων τῶν ἐποχῶν, ποὺ πιθανότατα ἤδη ἦταν, ἀλλὰ καὶ νὰ ξεπεράσει τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ καὶ νὰ ϕτάσει μέχρι τὸ ἄϕταστο, ἀϕοῦ ἔνιωθε πὼς ἡ ἱκανότητά του νὰ μένει νηστικὸς δὲν γνωρίζει ὅρια; Γιὰ ποιόν λόγο ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος, ποὺ ὑποτίθεται τόσο τὸν θαύμαζε, εἶχε τόσο λίγη ὑπομονὴ μαζί του; ᾽Αϕοῦ τὸ ἄντεχε νὰ πεινάσει κι ἄλλο, γιατί δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ συνεχίσει; ᾽Εξάλλου ἦταν κουρασμένος, καθόταν μιὰ χαρὰ πάνω στὰ ἄχυρα καὶ τοῦ ἔλεγαν τώρα πὼς ἔπρεπε νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του καὶ νὰ περπατήσει μέχρι τὸ ϕαγητό, στὴ σκέψη καὶ μόνο τοῦ ὁποίου τοῦ ἐρχότανε ἀναγούλα ποὺ μὲ πολὺ κόπο, κι ἁπλῶς ἀπὸ εὐγένεια πρὸς τὶς κοπέλες, συγκρατοῦσε. Κοίταζε στὰ μάτια αὐτὲς τὶς ϕαινομενικὰ ϕιλικὲς μὰ στὴν πραγματικότητα τόσο ἀπάνθρωπες κοπέλες καὶ κουνοῦσε τὸ κεϕάλι του, ποὺ ἔγερνε βαρὺ στὸν ἀδύναμο λαιμό του. ῎Επειτα ὅμως συνέβαινε πάντα τὸ ἴδιο πράγμα: ἐρχόταν ὁ ἰμπρεσάριος, στεκόταν βουβός –ἡ μουσικὴ σκέπαζε κάθε ὁμιλία– καὶ ὕψωνε τὰ χέρια του πάνω ἀπὸ τὸν καλλιτέχνη τῆς πείνας λὲς καὶ προσκαλοῦσε τὰ ἐπουράνια νὰ στρέψουν τὸ βλέμμα τους σ ᾽αὐτὸ ἐδῶ τὸ πλάσμα ποὺ κυλιόταν στὰ ἄχυρα, σ ᾽αὐτὸν τὸν ἀξιολύπητο μάρτυρα, πράγμα ποὺ ὁ καλλιτέχνης ὄντως ἦταν ἂν καὶ μὲ τελείως διαϕορετικὸ τρόπο ἀπ ᾽ὅ,τι θὰ νόμιζε κανείς· ὁ ἰμπρεσάριος ἀγκάλιαζε μὲ ὑπερβολικὴ προσοχὴ τὴ λεπτὴ μέση τοῦ καλλιτέχνη, θέλοντας ἔτσι νὰ δείξει μὲ πόσο εὔθραυστο πλάσμα εἶχε νὰ κάνει, καὶ τὸν παρέδιδε στὶς κοπέλες ποὺ εἶχαν μείνει κάτωχρες, δίχως προηγουμένως νὰ παραλείψει νὰ τοῦ δώσει δυὸ σπρωξιὲς στὰ μουλωχτὰ ὥστε ὁ καλλιτέχνης νὰ παραπατᾶ καὶ νὰ μὴν ἐλέγχει τὰ πόδια καὶ τὸ σῶμα του. ᾽

Απὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς ὁ καλλιτέχνης τῆς πείνας θὰ ὑπέμενε τὰ πάντα. Τὸ κεϕάλι κρεμόταν στὸ στῆθος του λὲς καὶ εἶχε κατρακυλήσει καὶ εἶχε σταματήσει ἐκεῖ γιὰ κάποιον ἀνεξήγητο λόγο. Τὸ σῶμα του ἦταν καμπουριασμένο. Στὴν προσπάθεια νὰ τὸν κρατήσουν ὄρθιο, τὰ γόνατά του λύγιζαν καὶ κατέληγαν νὰ σέρνονται καὶ νὰ τρίβονται στὸ πάτωμα θαρρεῖς καὶ τὸ πάτωμα ἦταν ψεύτικο κι ἔψαχναν νὰ ξεθάψουν τὸ ἀληθινό. Καὶ ὅλο τὸ βάρος τοῦ κορμιοῦ, σὲ κάθε περίπτωση ἐλάχιστο, ἔπεϕτε πάνω στὴ μία ἀπὸ τὶς κοπέλες ποὺ ἀσθμαίνοντας καὶ κοιτώντας γύρω γιὰ βοήθεια –δὲν τὸ εἶχε ϕανταστεῖ ἔτσι αὐτὸ τὸ τόσο τιμητικὸ καθῆκον ποὺ τῆς εἶχε ἀνατεθεῖ– ἀρχικὰ τέντωνε ὅσο γινόταν τὸν λαιμό της προσπαθώντας νὰ μὴν ἀγγιχτεῖ τὸ πρόσωπό της μὲ τὸν καλλιτέχνη, στὴ συνέχεια ὅμως, ἐπειδὴ δὲν τὰ κατάϕερνε κι ἐπειδὴ ἡ εὐνοημένη ἀπὸ τὴν τύχη δεύτερη συνοδὸς δὲν τὴν βοηθοῦσε παρὰ ἀρκοῦνταν στὸ νὰ δίνει ὁδηγίες, ἡ κοπέλα στρεϕόταν πρὸς τὸ κοινὸ καὶ τρέμοντας τέντωνε τὸ χέρι τοῦ καλλιτέχνη τῆς πείνας, αὐτοῦ τοῦ μικροσκοπικοῦ σακιοῦ μὲ κόκαλα, καὶ μὴν ἀντέχοντας πλέον τὰ ξαναμμένα χαχανητὰ τῆς αἴθουσας, ἔβαζε τὰ κλάματα κι ἔδινε πλέον τὴ θέση της σὲ ἕναν ὑπηρέτη ποὺ ἦταν συνεννοημένος ἀπὸ πρίν. ῎Επειτα ἐρχόταν τὸ ϕαγητό, καὶ ὁ ἰμπρεσάριος κατάϕερνε νὰ ταΐσει μόλις λίγες μπουκιὲς τὸν ἡμιλιπόθυμο καλλιτέχνη τῆς πείνας μὲ τὴν ὑπόκρουση ἀστείων ἠχητικῶν ποὺ προορίζονταν νὰ ἀποσπάσουν τὴν προσοχὴ τοῦ κοινοῦ ἀπὸ τὴν κατάσταση τοῦ καλλιτέχνη. Στὴ συνέχεια γινόταν μιὰ πρόποση στὴν ὑγειὰ τῶν θεατῶν, τὴν ὁποία τάχα εἶχε ψιθυρίσει ὁ καλλιτέχνης τῆς πείνας στὸ ἀϕτὶ τοῦ ἰμπρεσάριου, ἡ ὀρχήστρα ὑπογράμμιζε τὴ χειρονομία μὲ μιὰ ϕανϕαρόνικη μελωδία, ὁ κόσμος σκορποῦσε καὶ κανένας δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ μὴν εἶναι ἱκανοποιημένος μὲ τὸ θέαμα, κανένας παρὰ μόνον ὁ καλλιτέχνης τῆς πείνας, πάντα μονάχα αὐτός.

 

*********************************

Περιγραφή

Η λογοτεχνία δεν μπόρεσε να σώσει τον Κάϕκα. Θα φύγει από τη ζωή νέος, ρημαγμένος εσωτερικά από το ανέφικτο της γαλήνης, την αδυναμία να βρεθεί πραγματικά κοντά σε όσα και όσους αγάπησε, τις αμφιβολίες για τα γραπτά του, πρωτίστως για τον εαυτό του. Πεπεισμένος πως το λογοτεχνικό του αποτύπωμα είναι αμελητέο, ο Κάφκα αφήνει ρητή εντολή να καταστραφούν όλα του τα γραπτά, ελπίζοντας ίσως πως μαζί τους θα διαλυθούν οι φόβοι και οι ματαιώσεις που τα είχαν υπαγορεύσει.

Μια ασφυκτική αμφιβολία δονεί υπόγεια κάθε σελίδα του Κάφκα ακόμα και στις πιο εύθυμες στιγμές της τέχνης του. Αυτήν την αμφιβολία και ματαίωση αντανακλούν οι τρεις αφηγήσεις που ανθολογούνται στην παρούσα έκδοση. Αν η Σωφρονιστική Αποικία μπορεί να διαβαστεί ως μια παραβολή για την εξουσία που μολύνει ύπουλα τις ανθρώπινες σχέσεις –καθέτως και οριζοντίως– ακυρώνοντας κάθε απόπειρα επικοινωνίας, κατανόησης, συγχώρεσης και οίκτου, ο Καλλιτέχνης της Πείνας και η Ζοζεφίνα, οι έσχατες λογοτεχνικές του δημιουργίες, αντανακλούν με διαύγεια τις βασανιστικές σκέψεις που τον κατατρύχουν λίγο πριν το τέλος.

[Από το Σημείωμα του μεταφραστή.]

Περιεχόμενα

Σημείωμα του μεταϕραστή
Ένας Καλλιτέχνης της Πείνας
Η Σωφρονιστικὴ Αποικία
Ζοζεφίνα ἡ Τραγουδίστρια
ή Ο Λαός των Ποντικιών
Επίμετρο: Κάφκα ή η αποδιδαχή. Σχεδίασμα για ένα αφηγηματικό είδος
Χρονολόγιο