Αναγνώσεις

Νίκος Παχός, «ΓΙΑΝΙΓΙΑ»

 

«Καλημέρα!».

«Καλημέρα».

«Τι κάνεις;».

«Καλά».

«Πού πας;».

«Χαλκίδα».

«Γιατί;».

«Έχω δουλειά».

«Α!».

Κάθε Πέμπτη η ίδια κουβέντα να επαναλαμβάνεται. Ήταν κάποιος καιρός που ο Γιάννης την έστηνε στον τσιμεντένιο φράχτη τα πρωινά. Κι άρχιζε την ανάκριση σε όποιον τύχαινε να περνά. Στη γυναίκα του έλεγε ότι πάει να δει τους φίλους του, που τον εκτιμούσαν και τους εκτιμούσε. Να ξεσκάσει. Έχω φίλους, Χρυσούλα, φώναζε. Πολλούς. Όλη η γειτονιά μ’ αγαπάει. Πάω να τους δω.

Ο Μίλτος στην δική του τροχιά. Τον έβλεπε με φόβο. Καχυποψία. «Τι θέλει αυτός ο τρελός και τον συναντάω κάθε φορά; Κάνε Θε μου μη μου μιλήσει. Μην πει καμιά βλακεία». Τους ήξερε καλά αυτούς τους λειψούς. Ερχόταν κάποτε η στιγμή και πετούσαν αυτό που δεν έπρεπε. Από μικρός τους έτρεμε και τους δύο. Όταν σταματούσαν στην βόλτα τους για να χαιρετήσουν τον πατέρα του. Κάτι του έβγαζε αυτό το ζευγάρι. Μία αίσθηση απόκοσμου, που τα παιδιά εύκολα αναγνωρίζουν. Ο Γιάννης κοντός, μαυριδερός, με μεγάλες πατούσες και μια μουστάκα αφρόντιστη. Η Χρυσούλα αδύνατη, με κοντά κατσαρά μαλλιά και δυο μάτια κουμπιά. Μ’ ένα χαμόγελο κι οι δύο, αυτό των αγαθών, που πολύ τον τρόμαζε. Ίσως επειδή είχε το απόκοσμο μέσα του – παιδιόθεν –και πολέμαγε να κρατηθεί απ’ τη μεριά των κανονικών. Να μην τον τραβήξουν οι παράμεροι στην πλευρά τους. Την πτώση τους.

Διαβάστε περισσότερα