Αφίξεις

Giorgio Bassani, “Το Μυθιστόρημα της Φεράρας”, (μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής), εκδ. Gutenberg, 2022

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

 

Μᾶλλον μὲ ἀκανόνιστο τὸ σχῆμα της, ἔτσι ὅπως πήγαινε, καὶ μὲ τὰ βότσαλά της, ποὺ σὲ μερικὰ σημεῖα τὰ σκέπαζαν χόρτα, ἡ βία σαλινγκουέρα εἶναι ἕνα δρομάκι, μιὰ πάροδος ποὺ ξεκινάει ἀπὸ μιὰ τεράστια καὶ «κακοχυμένη» πλατεία, καρπὸ κάποιας παλιᾶς κατεδάϕισης, καὶ τελειώνει στὰ πόδια τοῦ δημοτικοῦ προμαχώνα ἀρκετὰ κοντὰ στὴν πόρτα σὰν Τζόρτζιο. εἴμαστε λοιπὸν ἐντὸς τῆς πόλεως, καὶ μάλιστα ὄχι τόσο μακριὰ ἀπὸ τὸ μεσαιωνικό της κέντρο· γιὰ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ ἡ πληροϕορία, ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ κοιτάξεις τὰ ϕυσιογνωμικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν σπιτιῶν ποὺ πιάνουν τὸν δρόμο κι ἀπ ᾽ τὶς δυό του πλευρές: τὰ πιὸ πολλὰ εἶναι ϕτωχὰ καὶ ταπεινά, κάμποσα δὲ ἀνάμεσά τους εἶναι καὶ παμπάλαια ἐρείπια – ἀνήκουν χωρὶς ἀμϕιβολία στὰ παλαιότερα τῆς Φεράρας. Κι ὅμως, διατρέχοντας τὴ βία σαλινγκουέρα ἀκόμα καὶ σήμερα, ὁ τύπος τῆς σιωπῆς ποὺ τὴν περιβάλλει (ἀκούγοντας ἀπὸ ἐδῶ διαπιστώνεις ὅτι οἱ καμπάνες τῶν ναῶν τῆς πόλης βγάζουν ἦχο διαϕορετικό, σὰν νά ᾽χει χαθεῖ κάτι στὸν δρόμο του ὣς ἐδῶ) καὶ εἰδικὰ οἱ ὀσμὲς τῆς κοπριᾶς, τοῦ ὀργωμένου χώματος, τῶν στάβλων, ποὺ ϕανερώνουν πόσο κοντὰ εἶσαι σὲ κρυμμένα μεγάλα κηποπερίβολα, συμβάλλουν στὸ νὰ σοῦ δώσουν τὴν ἐντύπωση ὅτι βρίσκεσαι ἤδη ἔξω ἀπὸ τὴ στεϕάνη τῶν τειχῶν τῆς πόλης, στὰ ὅρια τῆς ἀνοιχτῆς ἐξοχῆς.

῞Ησυχες ϕωνὲς ζώων, πουλερικῶν, σκυλιῶν, ἀκόμα καὶ βοδιῶν, μακρινοὶ καμπανισμοί, μοσχοβολιὲς ἀγρῶν: ἦχοι καὶ μυρωδιὲς ϕτάνανε ἴσαμε δῶ κάτω, στὰ βάθη τοῦ τέως ξυλουργείου, ὅπου ἡ Μαρία καὶ ἡ Λίντα Μαντοβάνι δούλευαν γιὰ λογαριασμὸ ἑνὸς ραϕτάδικου ποὺ ἔϕτιαχνε ροῦχα γιὰ ἄντρες. Καθισμένες ἀκριβῶς δίπλα στὸ παράθυρο, ἀκίνητες καὶ σιωπηλὲς σὰν τὰ γκρίζα κομμάτια τῆς οἰκοσκευῆς ἀπὸ πίσω τους –σὰν τὸ τραπέζι, δηλαδή, καὶ σὰν τὶς ψάθινες πολυθρόνες, τὰ δυὸ μακρόστενα κολλητὰ κρεβάτια, τὴν κούνια, τὴν ντουλάπα, τὸ κομό, τὸν τρίποδα μὲ τὴ λεκάνη καὶ δίπλα ἐκεῖ τὸ κανάτι μὲ τὸ νερό, καὶ πιὸ πίσω ἀκόμα, μόλις ποὺ ϕαινότανε, τὴν πορτίτσα στὸν τοῖχο, κάτω ἀπὸ τὴ σκάλα, ὅπου κρύβονταν ἡ κουζίνα καὶ ὁ καμπινές–, σηκώνανε τὸ κεϕάλι ἀπ ᾽ τὰ ὑϕάσματα μόνο γιὰ ν᾽ ἀνταλλάξουν καμιὰ κουβέντα, γιὰ νὰ ἐλέγξουν μήπως χρειαζόταν τίποτα τὸ μωρό, γιὰ νὰ κοιτάξουν ἔξω, ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ πάνω, τοὺς τόσο σπάνιους περαστικοὺς ἤ, ὅταν ἀκουγόταν τὸ ἄξαϕνο στρίγγλισμα τοῦ κουδουνιοῦ τῆς πόρτας ποὺ κρεμόταν πάνω ἀπὸ τὸ στενὸ τετράγωνο τῆς πόρτας ἐξόδου στὸν δρόμο, γιὰ ν᾽ ἀποϕασίσουν στὴ στιγμή, χωρὶς λόγια καὶ μὲ μιὰ γρήγορη ἀνταλλαγὴ βλεμμάτων, ποιά ἀπ ᾽ τὶς δυό τους θὰ πήγαινε ν᾽ ἀνοίξει…

Διαβάστε περισσότερα