Gabriele D’ Annunzio, «Νυχτερινό», 1916 (απόδοση: Νεοκλής Κυριάκου)
14Οκτ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
Απόψε το κρεβάτι ταλαντεύεται και δονείται σαν το διπλό φτερό που απλώνεται ανάμεσα στη θάλασσα και τον ουρανό. Για να πιω τη δύναμη της Αδριατικής ανοίγω το στόμα μου, αλλά δεν μπαίνει φρέσκια γουλιά στο λαιμό μου.
Το ιώδιο κάνει το στόμα μου μέταλλο, το λαιμό μου ατσάλι. Το ατσάλι πυρακτώνεται στο καμίνι του φλεγόμενου ματιού μου και σκληρύνεται στη λίμνη του πηκτού μου αίματος.
Ουρλιάζω και δεν ακούω το κλάμα μου.Το χλωμό πρόσωπο του Alfredo Barbieri είναι στην άκρη του κρεβατιού, όπως στην άκρη του πιλοτηρίου, αλλά χωρίς τη μάσκα και το δερμάτινο κάλυμμα. Η χειρονομία του πιλότου περνάει στο μουδιασμένο χέρι μου, αλλά δεν το κουνά.
Βλέπω το μαύρο γάντι του Oreste Salomone να αποφεύγει το βαρύ σώμα που έχει πέσει πάνω στο τιμόνι που έχει εγκαταλείψει ο Luigi Bàilo για να σταθεί να πυροβολήσει από την πρύμνη στον αντίπαλο κι ενώ περιστρέφεται μπαίνει στο στόχο. Το σώμα πέφτει πίσω στα δεξιά. Το κεφάλι κρέμεται. Το κράνος γεμίζει σαν στρογγυλό φλυτζάνι. Αρχίζει το ράντισμα, όμοιο με τη λάμψη της χόβολης που ξοδεύεται στην έφοδο του ανέμου.Ο Luigi Bàilo επιστρέφει μπροστά μέσα απ΄το διάδρομο ανάμεσα στις δυο δεξαμενές. Δεν έχει πια το όπλο στα χέρια του. Με το χέρι του κρατά ψηλά το κομμένο του μπράτσο..
Αφήστε ένα σχόλιο






