Δήμητρα Πλουσίου, «Το Λιτσάκι»
6Νοε
«Μετατίθεσαι στην υπηρεσία της Πρόνοιας. Εντολή του υπουργείου, για όσο χρειαστεί». Μ’ αυτά τα λόγια έπαψα να ανεβαίνω στον έκτο όροφο του κτιρίου εσωτερικής διοίκησης και κατευθυνόμουν πια στον δεύτερο. Λιγότεροι οι όροφοι, λιγότερα και τα σκαλιά που θα ‘πρεπε να ανεβαίνω, σκέφτηκα αμέσως. Καθώς η κλειστοφοβία μου το απαγόρευε, δε χρησιμοποιούσα ποτέ το ασανσέρ. «Χρειάζομαι κάποιον υπεύθυνο για τη διανομή των γευμάτων στους μη έχοντες. Θα πας εσύ », με ενημέρωσε ο προϊστάμενος της νέας μου πια υπηρεσίας και ξεκίνησα να καταπιάνομαι με τις λίστες των απόρων, να ζητώ δικαιολογητικά αποδείξεως του αληθούς και να παραγγέλνω από την ιδιωτική επιχείρηση τροφοδοσίας γευμάτων τις μερίδες: ογδόντα για σήμερα, ενενήντα αύριο, προέκυψαν νέοι ωφελούμενοι. Κάν’ τες ενενήντα εφτά, έχουμε και εφτά που τους απέρριψε η Εκκλησία. Το εισόδημά σου είναι μεγάλο για δωρεάν φαγητό, δε μπορώ να σε βάλω στη λίστα». «Εισόδημα; Τι είναι αυτό; Από τον λογιστή το παίρνω;». «Τα λεφτά σου εννοώ. Έχεις πολλά για να σου δίνουμε τζάμπα φαγητό». «Δεν έχω τίποτα, δε με βλέπεις πώς είμαι; Όλα στα φάρμακα πάνε. Σε παρακαλώ». «Καλά, θα δούμε τι θα κάνουμε. Έλα ξανά από βδομάδα». Λίγο- πολύ αυτή ήταν η καθημερινότητα. Είχα και ακόμη ένα καθήκον, να επιτηρώ τη διανομή τους. Κάθε μεσημέρι, στη μία, το πεζοδρόμιο έξω από το κτίριο της υπηρεσίας, σχηματίζονταν ουρές από τους ωφελούμενους του προγράμματος. Μικρή η κοινωνία, τους ξέραμε όλους, έτσι μόλις προσέρχονταν, βάζαμε ένα «τικ» στο όνομά τους δίπλα, ότι κάναμε το χρέος μας και όλα πήγαν καλά. Είχαμε αποδείξεις ότι ξοδέψαμε επαρκώς και ικανοποιητικά το κονδύλι μερικών εκατοντάδων ευρώ σε εκατό – όχι παραπάνω, με τίποτα, απαγορεύεται- μερίδες φαγητού. «Βρε παιδιά, λίγο ψωμάκι παραπάνω, θα πείραζε αν έβαζαν; Δυο φετούλες τι να μου κάνουν εμένα; Κανένα φρούτο, λίγη σαλατούλα, γιατί δε βάζετε; Και το σαββατοκύριακο; Γιατί δεν μοιράζετε; Μήπως δε πεινάμε και εκείνες τις μέρες, δε θέλουμε να φάμε;». «Καλά, θα δούμε παππού. Πάρε τώρα αυτό και καλή χώνεψη». Σε μισή ώρα είχαμε τελειώσει, όλοι τα είχαν παραλάβει, παρά τα όποια παράπονα. Πάντα όμως έμενε μια μερίδα για εκείνη που εμφανιζόταν κάθε φορά στις δύο το μεσημέρι για το δικό της . «Γιατί πάλι έτσι Λίτσα; Δεν είπαμε ότι δεν θα έρχεσαι από το γραφείο ό, τι ώρα θέλεις; Μαζί με τους άλλους θα στέκεσαι στην ουρά», της επεσήμαινα κάθε φορά. Το Λιτσάκι- όπως την ήξεραν όλοι- τέντωνε τα χείλη της σχηματίζοντας ένα ενοχικό χαμόγελο, άνοιγε το στόμα της φανερώνοντας τα λιγοστά δόντια που της είχαν απομείνει και ψέλλιζε: «δε θέλω να με βλέπουν οι άλλες… οι άλλες… οι… οι… καρακάξες, θεέ μου συγχώρα με», έλεγε και σταυροκοπιόταν.
Διαβάστε περισσότερα





