Μεταφραστικό Εργαστήρι

Mihail Sadoveanu (Πασκάνι 1880 – Βουκουρέστι 1961). «Ο νυχτοφύλακας» (μτφρ. Δημήτρης Ραυτόπουλος)

 

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΑΜΨΩΝ ΤΖΙΤΑ, ο δήμαρχος της μικρής μας πόλης, ένιωθε μεγάλη μοναξιά προχτές το βράδυ. Όταν πια η Λιζαβέτα, η υπηρέτρια, μια γυναίκα ψηλή σα δραγόνος  και αδύνατη σα σανίδα, σήκωσε το σερβίτσιο του δείπνου και σέρβιρε τον καφέ, έμεινε μονάχος και συλλογισμένος μέσα στην έρημη τραπεζαρία. Απ’ το φλιτζάνι του ανέβαινε ένας ανάλαφρος αχνός, όμοιος με διάφανο φάδι αράχνης, αόρατος σχεδόν μέσα στο φως που χάιδευε το κοκκινωπό του πρόσωπο με το βαρύ καλοξυρισμένο σαγόνι. Τα μικρά του ματάκια χωμένα σε βαθιές κόχες έμεναν ακίνητα με το βλέμμα προσηλωμένο ίσια μπροστά του, κάτω από τις φρυδάρες του. Ο κύριος Σαμψών Τζίτα αναλογιζόταν τη μοναξιά του.

«Τι να κάνει για να περάσει την ώρα του κανείς σε μια σιχαμένη κωμόπολη σαν τη δική μας; Ούτε καφενεία, ούτε μπυραρίες, τίποτα. Κατά τις δέκα όλα τα μαγαζιά έχουν κλείσει, ούτε γάτος έξω! Τι θ’ απογίνω σ’ αυτή την ερημιά; Κι αν κάνεις ότι ξεχνιέσαι κάπου κι αργήσεις, βλέπεις και παθαίνεις για να γυρίσεις σπίτι σου. Τρία τέσσερα φανάρια σ’ όλη την πόλη κι αυτά περισσότερο καπνίζουν παρά φωτίζουν. Κι αν ξαφνικά πέσεις μέσ’ στη λάσπη ή σε κάνα λάκκο με νερό;…» Ο κύριος Σαμψών Τζίτα —είν αλήθεια— από καιρό το συλλογιέται πως θα ’πρεπε κάτι να κάνει για την κοινότητά του! Μα πώς; Με τα καθήκοντα και τις έγνοιες που έχει στο κεφάλι του δεν ξέρει, μα την αλήθεια, τι να πρωτοκοιτάξει. Μια δημαρχία έχει ένα σωρό σκοτούρες. Χρειάζεται να ’χεις επιδεξιότητα, να ξέρεις πώς να φερθείς σε τούτονε και σ’ εκείνονε, να ’χεις τα μάτια σου τέσσερα αν εκεί κάτω, στην πρωτεύουσα, το βαρόμετρο δείχνει καταιγίδα ή ξαστεριά. Ε, λοιπόν, ο κύριος Σαμψών ξέρει καλά τον κόσμο του!

Διαβάστε περισσότερα