Jesús Ferrero, «Τα δεκατρία ρόδα» (μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης), εκδ. Λαγουδέρα, 2006
2Ιαν
Πρελούδιο με σαξόφωνο
Βρισκόταν μπροστά στο αγαπημένο του παράθυρο, από όπου μπορούσε να
βλέπει την μεγάλη ταινία του κόσμου.
Μπροστά του απλωνόταν ένα πανόραμα από πράσινα σταροχώραφα και
μισογκρεμισμένα σπίτια, κάτω από μια απαλή βροχή που πήγαινε ωραία με τον ήλιο.
Ήταν καιρός που δεν παρατηρούσε ατμοσφαιρικά φαινόμενα τόσο θαυμαστά και
αναρωτήθηκε αν δεν ήταν ειδικά εφέ. Σε λίγο είδε δυο φορτηγά γεμάτα με ανθρώπους
που περνούσαν πίσω από τους ευκαλύπτους και έμπαιναν σε γραμμή στο δημόσιο
δρόμο. Ακριβώς ίδια όπως κάθε μέρα. Αν αυτό ήταν ταινία, και για τον Δαμιάν δεν
μπορούσε να είναι κάτι άλλο, τι νόημα είχε να επαναλαμβάνεται κάθε μέρα η ίδια
σκηνή; Έφτασε να πιστεύει πως τόση επιμονή θα έκανε πολύ πιο ακριβό το γύρισμα.
Ακόμα και στο Χόλλυγουντ δεν επαναλάμβαναν τόσο τις σκηνές, παρότι εκεί ήταν
πολύ επαγγελματίες.
Τρία πράγματα σκεφτόταν ο Δαμιάν όταν επιχειρούσε να εξηγήσει γιατί
επέμεναν τόσο στο ίδιο πράγμα: ή ο σκηνοθέτης ήταν ένας ανίκανος, ή ήταν οι
ηθοποιοί, ή και τα δύο μαζί. Έτσι που η σκηνή ποτέ δεν έφτανε να γυριστεί καλά και
έπρεπε να την επαναλάβουν.
Αναμφίβολα ο κινηματογράφος δεν ήταν πια όπως στις ταινίες πριν από τον
πόλεμο, σκεφτόταν ο Δαμιάν. Τώρα ο κινηματογράφος προβαλλόταν πάνω σε μια
τεράστια οθόνη τόσο μεγάλη όσο η γη και ο ουρανός, και σχεδόν όλες οι ταινίες ήταν
παράλογες. Δεν έκαναν πια κινηματογράφο με λίγο μυαλό. Πόσο καιρό πέρασε
κοιτάζοντας αυτό το πανοραμικό πλάνο της Λας Βέντας; Δεν ήταν να τρελαίνεσαι;
-Δαμιάν! – φώναξε μια γυναίκα με άγριο παρουσιαστικό και γκρίζα ρόμπα.






