Κώστας Δερμούσης, Ποιήματα
14Μαρ
Υπάρχουν άνθρωποι που στήνουν χορό από το χάραμα
Που οι ψυχές τους δε λένε να κοιμηθούν
Στριφογυρνούν και στροβιλίζονται
Μεθούν με την ιδέα της ζωής
Και αν κάποιοι από αυτούς έχουν συναντήσει και προσπεράσει το θάνατο
Του βγάζουν αναιδώς τη γλώσσα
Υπάρχουν άνθρωποι που αν τους ακουμπήσεις, καίνε
Αν σου μιλήσουν, οι λέξεις τους γίνονται μουσική
Τους έχω δει να παίρνουν το φόβο αγκαλιά, να τον φιλούν στο στόμα
Ρουφώντας του όλη τη ζωή, αδειάζοντας την ύπαρξη του
Δεν έχω άλλη επιλογή από το να μη φοβάμαι
Έμαθα να ζω μαζί του, με αγάπησε, τον αγάπησα
Αλλά δεν τον ξεπέρασα όπως τους νεανικούς έρωτες
Κάποιες φορές ανταμώνουμε
Έρχεται ακάλεστος, ξαφνικά, πιστεύοντας ότι θα με ταρακουνήσει
Άλλοτε πάλι, του στήνω καρτέρι και τον προκαλώ
Όταν θυμώνω πολύ, τον βλέπω να μαζεύεται και να ζαρώνει
Όταν πλησιάζω το πρόσωπο μου στο δικό του και νιώθει την ανάσα μου, κάνει πίσω
Μερικές φορές κονταροχτυπηθήκαμε και αισθάνθηκα την ηδονή του πόνου
Όταν πια ματώναμε και εξαντλούμασταν από την αντάρα, φιλιώναμε
Ανοίγαμε ένα μπουκάλι κρασί, τσουγκρίζαμε τα ποτήρια και πίναμε αμίλητοι
Αδυσώπητοι εχθροί
Αμετανόητοι προβοκάτορες της υπαρξιακής μας ατασθαλίας
Ναρκισσιστές μέχρι τέλους







