Χρήστος Μαυρης, “Άτακτη οπισθοχώρηση”
20Ιου
Άτακτη οπισθοχώρηση
«Εν δε φάει και όλεσσον»
Ομήρου Ιλιάδα P647
( “Αν είναι να πεθάνουμε, ας πεθάνουμε μέσα στο φως”)
«Να οπισθοχωρήσουμε…ίσως και σωθούμε κύριε λοχαγε», ακούσθηκε λαχανιασμένη η φωνη του έφεδρου ανθυπολοχαγου, γεμάτη πίκρα και αγωνία. Οι δυνατοι κρότοι απο τις εκρήξεις των εχθρικων όλμων που άσκαγαν γύρω-μας, αλλα και οι πολυβολισμοι απο τα βομβαρδιστικα αεροπλάνα, που γάζωναν σαν ραπτομηχανη το χώμα δίπλα απο τα καταπονημένα σώματά-μας, μόλις που άφηναν την φωνη-του να φθάσει στ΄αυτια-μας. Παραμέναμε καθηλωμένοι εδω και αρκετη ώρα, μπρούμυτα πάνω στο χώμα, σαν καρφωμένες γυψοσανίδες, μέσα στον απέραντο κάμπο. Είχαμε πέσει σʼ ενέδρα πριν προλάβουμε να πάρουμε τις θέσεις μάχης που μας είχαν υποδείξει απο την Διοίκηση.
Λίγα μόλις εκατοστα πάνω απο τα πυροκαμένα κορμια-μας σφύριζαν και περνούσαν δαιμονισμένα χιλιάδες κομμάτια απο πυρακτωμένο μολύβι. Κανεις δεν μπορούσε να υπολογίσει με σιγουρια πόσες σφαίρες έφευγαν απο τα όπλα των απέναντί-μας. Αν κατα λάθος σηκώναμε ελάχιστα το κεφάλι-μας, λόγω της κούρασης που μας βάραινε, αυτο σίγουρα θα σκόρπιζε όπως το ώριμο καρπούζι μέσα στον κάμπο. Προσπαθούσαμε να γίνουμε, όσο μπορούσαμε, ένα με την ηλιοψημένη γη ή, αν τα καταφέρναμε, να πάμε και πιο κάτω. Οι σκληρες αποκαλάμες όμως δεν μας άφηναν μεγάλα περιθώρια. Αντιστέκονταν οι άτιμες! Βελόνιαζαν και τρυπούσαν τα σώματά-μας, κάνοντάς-τα να ματώνουν. Ήταν ωσαν να μας είχε καταδικάσει η τιμωρος φύση να βρισκόμαστε μερόνυχτα ξαπλωμένοι, ομάδι πάνω στις άγριες και αιμοχαρεις βελόνες ενος τεράστιου κάκτου.
Διαβάστε περισσότερα






