Κώστας Καρυωτάκης, “Ένας νέος που (δεν) αυτοκτόνησε” (γράφει ο Θ.Δ.Τυπάλδος)
22Ιου
Αν και το ημερολόγιο έδειχνε 20 Ιουλίου, (σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε η 21η Ιουλίου), εκείνη την νυχτιά, λες και τα στοιχεία της φύσης είχαν βαλθεί να τρελάνουν τον νου των ανθρώπων, ή λες κι είχαν συνειδητοποιήσει την προσπάθεια ενός νέου να βάλει τέλος στη ζωή του και τον ξεπροβόδιζαν απ’ τον κόσμο των ζωντανών, μανιασμένα και δυνατά, με αγέρες και ψιλή βροχή, χτυπούσαν τα δέντρα, τη θάλασσα. Η σελήνη, κρυμμένη στη σκοτεινή ποδιά των σύννεφων, αδυνατούσε να ρίξει τη λάμψη της πάνω στην επαρχιώτικη πόλη. Η φουρτούνα στον κόλπο, έβγαζε το θυμωμένο κύμα στην προβλήτα και στις αμμουδιές.
Κάπου έξω απ’ την πόλη, ένας βοσκός με τον αδερφό του, είχαν τελειώσει τις δουλειές της ημέρας, κι αφού είχαν από ώρα κλείσει στο μαντρί το κοπάδι με τα αμνοερίφια, είχαν στρώσει στ’ αχυρένια στρώματα που χρησιμοποιούσαν για κρεβάτια και χορτασμένοι απ’ το φτωχικό φαγί τους, είχαν κατάκοποι ετοιμαστεί για να ξαπλώσουν και να ταξιδέψουν, σʼ εκείνον τον κόσμο των ονείρων, εκεί που τα πάντα είναι δυνατά κι όπου η ξύλινη στάνη τους μετατρεπόταν σε παλάτι με μαρμάρινα μπάνια κι ατέλειωτους διαδρόμους γιομάτους από χρυσάφια και πολυέλαιους. Κάποιες ώρες μετά τη βύθισή τους στην αγκάλη του Μορφέα, απελπισμένες φωνές για βοήθεια τον ξύπνησαν. Για κάποια δευτερόλεπτα, έμεινε ξαπλωμένος στο στρώμα του. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν οι φωνές που τον καλούσαν, προερχόντουσαν απ’ τον ύπνο που μόλις είχε απότομα διακοπεί, ή αν προερχόντουσαν απ’ τον κόσμο της αφύπνισης. Άκουσε και πάλι (τώρα πιο έντονα), μια κραυγή απελπισμένη: “ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ!” Ήταν ξύπνιος και η φωνή που άκουγε ερχόταν απ’ τη μεριά της θάλασσας που βρισκόταν λίγα μέτρα παρακάτω απ’ το σημείο που ήταν βιδωμένη στο χώμα η φτωχική του στάνη. Αφουγκράστηκε για λίγο τον χώρο: ο αδερφός του συνέχιζε να ροχαλίζει βαριά. Δίχως να σκεφτεί να τον ξυπνήσει, σηκώθηκε με βιάση. Μέσα στο σκοτάδι έπιασε το παλτό που είχε πάντα σιμά του, σηκώθηκε κι άρχισε να ψαχουλεύει το ξύλινο τραπέζι για να βρει το μικρό φανάρι πετρελαίου που πάντοτε του φώτιζε τον χώρο, ή όποτε ήταν αναγκαίο, κάποια νυχτερινή του εξόρμηση. Αφού το βρήκε, έπιασε μαζί το τσακμάκι που είχε παραδίπλα, άναψε το φανάρι και πετάχτηκε έξω. Οι φωνές, συνεχίζονταν, μόνο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει από πιο ακριβώς σημείο ερχόντουσαν. Ο αγέρας ήταν τόσο δυνατός και χτυπώντας πάνω στα κλαριά των δέντρων, άλλοτε κάλυπτε τις φωνές κι άλλοτε τους άλλαζε τη φορά. “Κάποιος είναι μες στη θάλασσα”, μονολόγησε. Άρχισε να φωνάζει προς τον άγνωστο αυτόν ναυαγό, ζητώντας του να μιλάει δυνατά κι επαναλαμβανόμενα, έτσι που να μπορέσει να προσδιορίσει το πού ακριβώς βρισκόταν. Ο άγνωστος, ακούγοντάς τον, έκανε αυτό ακριβώς που του είπε ο ανέλπιστος σωτήρας του. Όταν ο βοσκός κατάφερε να εντοπίσει το πού βρισκόταν, έτρεξε προς τη μεριά του κι άρχισε τώρα αυτός να φωνάζει μ’ όλη την δύναμη που είχε στα σωθικά του, έτσι που τώρα, ο “ναυαγισμένος”, να μπορέσει να εντοπίσει πού είν’ η ακτή.







