Αναγνώσεις

Αλέξανδρος Βαναργιώτης, “Πάσχα”

Πάσχα. Διακοπές και ξεκούραση. Κατάνυξη τη Μ. Εβδομάδα, χαρά και πανηγύρι τη Διακαινήσιμο. Φέτος όμως είχε απλωθεί μια πίκρα μέσα μου εξαιτίας των γεγονότων στη Συρία. Διαβάζοντας τα αντίφωνα της Μ. Πέμπτης:«Λαός μου, τί εποίησά σοι, καί τί μοι ανταπέδωκας;» κάτι με ώθησε και αναζήτησα το ποίημα του Καβάφη «27 Ιουνίου 1906, 2μ.μ.». Ήταν ο σπαραγμός της μάνας κάτω από την κρεμάλα, το «δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί» και η διαπίστωση ότι το κρέμασαν οι Χριστιανοί που με συγκλόνισαν. Η ανθρώπινη φύση ριγώντας ηδονικά στον ήχο των τριάκοντα αργυρίων του Ιούδα, φιλώντας προδοτικά τον εσταυρωμένο Θεό,εξακολουθεί να διαπράττει τα μεγαλύτερα εγκλήματα.
Ένα δεύτερο πλήγμα δέχτηκε η διάθεσή μου από μια προσωπική ταπείνωση αισθητικής φύσεως. Ο οδοντογιατρός ήταν σαφής. Εξαγωγή και μετά ή εμφυτεύματα ή γέφυρα. Οι δύο πάνω κοπτήρες μου είχαν διαλυθεί, τα ούλα αποτραβήχτηκαν και δεν υπήρχε σωτηρία. Διάλεξα τη γέφυρα. Ώσπου να ετοιμαστεί παρέμεινα στο σπίτι. Δεν είχα καμία όρεξη να σκορπίζω γύρω το φαφούτικο χαμόγελό μου. Διάβαζα, έβλεπα τηλεόραση και ξεφύλλιζα άλμπουμ φωτογραφιών που είχα χρόνια να δω. Σε ένα με παιδικές φωτογραφίες βρήκα μία από το Πάσχα του ʽ72 στο Δομοκό. Τη χρονιά εκείνη ο διοικητής του τμήματος να ψήσουμε έξω από το σταθμό χωροφυλακής όλοι μαζί. Έσκαψαν έναν λάκκο στο πλάι του σταθμού προς την πλευρά του γηπέδου και εκεί στρίμωξαν τα οκτώ αρνιά, τόσες οικογένειες χωροφυλάκων ήμασταν, και ένα του διοικητή. Υπήρξαν και δύο, τρεις ελεύθεροι που τους έδωσαν άδεια να πάνε στις οικογένειές τους. Το ραδιόφωνο έπαιζε θυμάμαι ενοχλητικά στη διαπασών δημοτικά τραγούδια και στη φωτογραφία τέσσερα αγόρια και δύο κορίτσια, μη γνωρίζοντας χορό κρατιόμαστε από το χέρι και μιμούμαστε τους μεγάλους κάνοντας πως χορεύουμε. Κάποιος μας κατηύθυνε σίγουρα. Είναι έκδηλη η αμηχανία μας μπροστά στο φακό. Εγώ χαμογελάω και στο μπροστινό μέρος του στόματός μου διακρίνεται το μαύρο κενό λόγω της έλλειψης των πάνω κοπτήρων. Χαμογέλασα με την ανακάλυψη. Αν με φωτογράφιζε κάποιος σήμερα, εκείνο το μαύρο κενό θα ήταν ίσως η μόνη ομοιότητα με χθες. Στη φωτογραφία φοράω ένα ριγέ μπορντό παντελόνι καμπάνα, ένα άσπρο πουκάμισο με καφέ σχέδια και μια λευκή καζάκα. Στο λαιμό μου ξεχωρίζει η σκούρα γραβάτα που συγκρατούνταν με λάστιχο κάτω από το γιακά.

Διαβάστε περισσότερα