Αναγνώσεις

Ντίνος Λυρικός, “Τρία μικρά διηγήματα για τον πατέρα μου”

Η Ελένη

Μπεσαλής άνθρωπος και άντρας λεβέντης. Μισούσε το ψέμα και το αταξινόμητο πάθος των ταλαιπωρημένων γυναικών, εκείνων που, από λύπη δήθεν, κάνουν την εικασία κουτσομπολιό για να χωρέσουν σε έναν περίγυρο ως καλοπροαίρετα τίποτα.
Να άκουγες τον τρόπο που έλεγε “όχι”, θα τρόμαζες.
Συχνά τον πέρναγαν για εραστή παρότι ποτέ τους δεν έδινε δικαιώματα. Όταν κάποτε ένας ασήμαντος, με αρχαιόπληκτο ύφος, άσπρος σαν από λευκό στόκο, μισή μερίδα άντρας, τον αποκάλεσε playboy, μπερδεύοντας την κοινωνικότητα με την ανδροπρεπή του οικειότητα και την ομορφιά του, εκείνος έδωσε τόπο στην οργή, χωρίς ούτε καν να μπει στον κόπο μίας σφαλιάρας, αν και τη σκέφτηκε προς στιγμήν.
Κάνεις δεν ήξερε ότι σʼ όλη του τη ζωή είχε αγαπήσει μια Ελένη που ποτέ όμως δεν άγγιξε από σέβας και φόβο μη λερώσει το θαύμα.
Χρόνια τώρα στο καπηλειό της γειτονιάς, σε μια γωνιά γεμάτη απʼ την ακινησία της σκόνης, έγραφε ποιήματα γι αυτήν πάνω σε χαρτοπετσέτες που, αργά φεύγοντας, άφηνε πουρμπουάρ μαζί με όλα τα ρέστα. Ο ταβερνιάρης συγκινημένος από το σιωπηλό του έλεος και φιλότιμο κάρφωνε τις χαρτοπετσέτες με πινέζες, σε περίοπτο τοίχο του μαγαζιού.
Κάποτε πέρασε από εκεί μια Ελένη και το μάτι της στάθηκε στις χαρτοπετσέτες. Της έκανε εντύπωση που όλες τελείωναν με τη φράση: «που νάσαι τώρα Ελένη;»
– «Ποιος είναι αυτός που γράφει αυτά, ξέρετε;» ρώτησε ευγενικά τον ταβερνιάρη.
– «Δεν τον ξέρω κοπέλα μου, δεν μιλάει ποτέ σε κανέναν. Πρέπει όμως να αγαπάει πολύ αυτή την Ελένη.
– «Ελένη με λένε και μένα» απάντησε αυτή, «δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο πολύ θα ήθελα να ήμουν εκείνη».
– «Και ποια δεν θά ʽθελε» απάντησε αυτός. «Τί να κεράσω; γιατί εδώ που κάθεσαι κοπέλα μου πληρώνει μόνο αυτός, να ξέρεις».

Διαβάστε περισσότερα