Αναγνώσεις

Σίμος Ιωσηφίδης, “Το θρυλούμενο τοπωνύμιο της νιότης”

Θυμάμαι ήταν ένας τεράστιος υπαίθριος καταυλισμός.
Λίγοι πάγκοι, υποφώσκοντες, ήταν ανάκατοι. Δεν ξέρω τι πουλούσαν. Το ρολόι της εκκλησίας έλεγε μεσάνυχτα. Δεν ξέρω αν πήγαινε καλά.
Θέαμα ανοίκειο. Γεμάτο χώμα. Και ίχνη βημάτων. Δεν μπορούσε να εξηγηθεί…
Ένα σύμπαν ολοκληρωτικά μαγεμένο για εμάς, είναι αόρατο.
Κάθετι μη εξηγήσιμο εντάσσεται στο παράλογο, σε κάτι αποστερημένο αναγνωσιμότητας και αναγνωρισιμότητας. Εδώ η αίσθηση του οικείου μόνο αχνοφαίνεται. Απομακρύνεται συνεχώς…
Και στο τέλος, χάνεται.
Αίφνης εμφανίστηκε ένας θίασος. Ένα παρακμάζον μπουλούκι. Μια κοπέλα λεπτή πέρασε από μπροστά μου. Κρατούσε μια ρακέτα. Κι ενώ έτρεχε της έπεσε. Έγειρε το κεφάλι ψηλά και για κάποια λεπτά κοιτούσε τον ουρανό. Κι απόμεινε εκεί να κοιτάζει σαν μαγεμένη το σκουρόχρωμο μπλε της νύχτας…
Εδώ υπάρχουν μόνον οφθαλμαπάτες, παιγνίδια, παγίδες και τρύκ.
Από τα ημίψηλα καπέλα των ταχυδακτυλουργών ξεπηδούσαν ωδικά πτηνά με παράξενα ράμφη. Κάποιοι αδέξιοι μάγοι εμφάνιζαν κάτι σαν σίδερα και τα πετούσαν στον αέρα προκαλώντας φλόγες. Θλιμμένοι γελωτοποιοί με μεγάλα κόκκινα μπαλόνια ξεγελούσαν παιδιά. Σαλτιμπάγκοι κρυμμένοι κάτω από μάσκες κατάπιναν μαχαίρια. Και περνούσαν μέσα από πύρινα στεφάνια με θαυμασμό. Μερικοί κλόουν αφηγούνταν παράξενα όνειρα σε κάποιους που τους κοιτούσαν καθηλωμένοι. Χαμογελούσαν λυπημένα και χάνονταν μονολογώντας.

Διαβάστε περισσότερα