Μεταφραστικό Εργαστήρι

Charles Bukowski, Ποιήματα (μετάφραση: Ρογήρος Δέξτερ)

ΑΚΟΜΗ ΚΙ Ο ΤΣΑΤΤΕΡΤΟΝ ΠΗΡΕ ΠΟΝΤΙΚΟΦΑΡΜΑΚΟ ΚΑΙ ΜΑΣ ΑΦΗΣΕ ΣΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ ΜΑΣ

ο παλιός μπήτνικ ποιητής μού ξανάρθε
κουβαλώντας τις ζωγραφιές και τα ποιήματά του
μέσα σε μια χάρτινη σάκα.
είχε πάει στον ιππόδρομο και είχε χαθεί.

“έψαχνα να σε βρω”, είπε.
“ήμουν στη λέσχη”, τού απάντησα.
“και τί στον κόρακα έκανες εσύ στη λέσχη; ” ρώτησε.
“η αίθουσα κλιματίζεται. δε μ’ αρέσει
να ιδρώνει ο κώλος μου”, τού είπα.

άνοιξα μερικές μπίρες
ενώ περιμέναμε να παγώσει το κρασί.
ήταν καλύτερος από τους περισσότερους
αλλά μιλούσε στ’ αλήθεια πολύ ΔΥΝΑΤΑ.

“θεέ μου, αγαπούλα, χαμήλωσε λίγο
τη φωνή σου”, τού ζήτησα.

ήταν από το Μπρούκλιν
και ήταν πολύ καλός στο να εκφράζει
καταστάσεις που δεν του ταίριαζαν.

“γράφεις συνέχεια τα ίδια
που έγραφες παλιά”, μού είπε,
“αρχίζεις όμως και γίνεσαι μαλθακός”.

“σκέφτομαι ότι ίσως θα μπορούσα
να την κοπανήσω από δω πέρα”, τού είπα.
“και σκέφτομαι να μετακομίσω στο Μαλιμπού”.
“ρε άνθρωπε”, είπε,
“σε ξέρω καλά από την εποχή εκείνη
όταν ζούσες σ’ ένα δωμάτιο σαν τρύπα
και μιλούσες με τους αρουραίους και τις κατσαρίδες
που σε κοίταζαν ν’ αυνανίζεσαι. τότε
έγραφες σπουδαία πράγματα…”.
“σ’ ευχαριστώ, δικέ μου”, απάντησα.

Διαβάστε περισσότερα