Ακαδημία Ποιείν

Κλεονίκη Δρούγκα, Ποιήματα

Νομοτέλεια

Σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά και χάζευα το βύθισμα του ήλιου
όπως το κάνουν όλοι με λαγνεία λυτή
φλερτάρουν τα χρώματα
σμίγουν μαζί τους
αγγίζουν το κατακόκκινό τους
χαμογελούν με σπάταλη διάθεση
αφουγκράζονται.
Το φεγγάρι του θερισμού φίλησε τον ήλιο
που σωριάστηκε
που πρόδωσε ακόμη μια φορά τη μέρα
που νυσταλέα μες τα αρώματα
-όπως και αν το δει κανείς- αντάλλαξε το χρυσό με το σκούρο.
Η νύχτα ευγνωμονούσε
τη βιασύνη του ήλιου.

Δε θέλει σοφία να καταλάβεις ότι το ένα διαδέχεται το άλλο
κι όπου η ψυχή κατοικεί μια φορά
την άλλη αδάμαστη παγιδεύεται αλλού
σε νέο ήλιο
είναι, άλλωστε, μια νομοτέλεια η κίνηση
μια ελευθερία.
Μάταια βασανίζεσαι να ξεχωρίσεις τη ζημιά απ΄ το κέρδος
η επόμενη ανατολή
θα φέρει πάλι φως.

Διαβάστε περισσότερα