Η. P. Lovecraft, Σελεφάις (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)
1Απρ
Εἰς μνήμην Ἰωάννου Συκουτρῆ
Σ’ ἕνα ὄνειρο ὁ Κυράνης εἶδε τὴν πόλι στὴν κοιλάδα, καὶ τὴν ἀκρογιαλιὰ παραπέρα, καὶ τὴν χιονισμένη βουνοκορφὴ ποὺ βιγλίζει ψηλάθε τὴν θάλασσα, καὶ τὶς φανταχτερὰ χρωματισμένες γαλέρες ν’ ἀρμενίζουν ἔξω ἀπ’ τὸ λιμάνι πρὸς τὶς μακρυνὲς ἐπικράτειες ὅπου ἡ θάλασσα φιλεῖ τὸν οὐρανό. Σ’ ἕνα ὄνειρο ἦταν ἐπίσης ποὺ ἀπέκτησε τ’ ὄνομά του «Κυράνης», γιατὶ στὸν ἐγρήγορο βίο του ἀπεκαλεῖτο μὲ διαφορετικὸν ὄνομα. Ἴσως ἦταν φυσικὸ γι’ αὐτὸν νὰ ὀνειρευθῇ ἕνα νέο ὄνομα, ὡς ὁ στερνὸς τῆς οἰκογενείας του, καὶ ὡς μόνος μεταξὺ τῶν ἀπαθῶν ἑκατομμυρίων τοῦ Λονδίνου, ἔτσι ποὺ ἐλάχιστοι βρίσκονταν ὥστε νὰ τοῦ μιλοῦν καὶ νὰ τοῦ θυμίζουν ποιὸς ὑπῆρξε. Ἀπώλεσε τὰ χρήματα καὶ τὶς γαῖες του, καὶ δὲν τὸν ἔμελε γιὰ τὶς συνήθειες τῶν ἀνθρώπων γύρω του, ἀλλὰ προτιμοῦσε νὰ ὀνειρεύεται καὶ νὰ γράφῃ γιὰ τὰ ὄνειρά του. Ὅ,τι ἔγραφε τὸ κορόϊδευαν ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς τὸ παρουσίαζε, ὥστε μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα φύλαγε τὰ γραπτά του γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ ἐν τέλει ἔπαψε νὰ γράφῃ. Ὅσο περισσότερο ἀπεσύρετο ἀπὸ τὸν κόσμο γύρω του, τόσο πειὸ θαυμαστὰ ἔγιναν τὰ ὄνειρά του, καὶ θὰ ἦταν τελείως ἀνώφελο νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ τὰ περιγράψῃ στὸ χαρτί. Ὁ Κυράνης δὲν ἦταν μοντέρνος, καὶ δὲν εἶχε παρόμοιο τρόπο σκέψεως μὲ ἄλλους ποὺ ἔγραφαν. Ἐνῷ ἐκεῖνοι ὑπερέβαλλαν ἑαυτὸν νὰ ξεγυμνώσουν τὴν ζωὴ ἀπὸ τὶς πλουμιστὲς τηβέννους τοῦ μύθου, καὶ νὰ παρουσιάσουν μὲ γυμνὴ ἀσχήμια τὸ ἀπαίσιο πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἡ πραγματικότητα, ὁ Κυράνης γύρευε τὴν ὀμορφιὰ καὶ μόνο. Ὅταν ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πεῖρα ἀπετύγχαναν νὰ τὴν φανερώσουν, τὴν γύρευε στὴν φαντασία καὶ στὶς ψευδαισθήσεις, καὶ τὴν ἀνεκάλυψε στὸ ἴδιο του τὸ κατώφλι, ἀνάμεσα στὶς νεφελώδεις θύμησες τῶν παραμυθιῶν καὶ τῶν ὀνείρων τῆς παιδικῆς ἡλικίας.
Διαβάστε περισσότερα





