Georg Heym (1887-1912), “O πόλεμος” (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)
27Ιου
Αναστήθηκε αυτός που κοιμόταν καιρό,
αναστήθηκε από βαθύ υπόγειο, σκοτεινό.
Στο λυκόφως στέκει, τεράστιος, κανείς δεν τον ξέρει
και το φεγγάρι συνθλίβει στο μαύρο του χέρι.
Στον βραδινό αχό των πόλεων απλώνεται παντού
η σκιά και η παγωνιά ενός περίεργου σκοταδιού,
κι η αέναη δίνη της Αγοράς παγώνει, δε γυρίζει.
Σιωπή. Κοιτούν γύρω. Και κανείς δε γνωρίζει.
Αφήστε ένα σχόλιο






