Χρήστος Τσιόλακας, “Τα μπλουζ της ύπαρξης”
6Δεκ
Περίεργο το τι πόνο μπορεί να σου προκαλέσει η ζεστασιά του ήλιου,
το δροσερό φιλί του ανέμου και δύο μάτια με το χρώμα του ουρανού.
Κάτι συμβαίνει όταν ξεπερνάς το κατώφλι της απλής λογικής
και της αναμενόμενης ζωής μέσα στη καθημερινότητα σου.
Το μικρό παραθυράκι στο οποίο άνετα ακουμπάς τον ώμο σου
και παρατηρείς ολόκληρο τον κόσμο, μέσα από την ασφάλεια του, ξεκινά να συρρικνώνεται.
Η αναπνοή σου παίρνει καινούρια αξία καθώς μοιάζει, πότε πιο πολύτιμη από αγκαλιά,
άλλοτε αδιάφορη όπως ένα φιλί που έσμιξε, δίχως το απαιτούμενο συναίσθημα.
Αυτή η νύχτα έφερε στην επιφάνεια εφιάλτες που νόμιζα πως είχα θάψει
μια για πάντα στο κοιμητήριο του μυαλού μου.
Τριγυρνάνε γύρω μου σαν πλήθος ανέκφραστων ανθρώπων.
Τόσοι πολλοί που νιώθω πως πνίγομαι σε μια θάλασσα γεμάτη αίμα,
γραμμένο και ανεξίτηλο επάνω στα ίδια μου τα χέρια.
Είμαι ο φορέας της προσωπικής μου δυστυχίας.
Είμαι η ανάγκη για αυτοκαταστροφή στα πρόθυρα μιας αναπόφευκτης καταιγίδας.
Η νύχτα απλώνεται επάνω μου σαν καρκίνος.
Σαν ναρκωτικό που προσπαθεί να ελαφρύνει τον πόνο
κρατώντας τις αισθήσεις μου μουδιασμένες λίγο πριν την εκτέλεση.
Οι χτύποι της καρδιάς γίνονται ένα με τα βήματα του ετοιμοθάνατου
καθώς χαράζει το τελευταίο του μονοπάτι προς τη κρεμάλα.
Ποιος είμαι τώρα; Ποίος ήμουν στην αρχή; Το τέλος άραγε τι γεύση να έχει;






