Oscar Wilde, Τέσσερα Ποιήματα (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)
30Ιαν
ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Οἱ ἀσημένιες σάλπιγγες στὸν Τροῦλλον ἀντηχῆσαν:
Ὁμοῦ τὸ πλῆθος καταγῆς γονάτισ’ ὅλον δέος:
Κι’ εἶδα στὸν τράχηλον ἀνδρῶν νὰ φέρεται μὲ κλέος
τῆς Ῥώμης ὁ Ἅγιος Κύριος, τρανὸς Θεὸς λὲς κι’ ἦταν.
Ἱερόπρεπος, ῥᾶσο λευκὸ πλέον τ’ ἀφροῦ φοροῦσε,
κι’ ἀπάνω, βασιλόπρεπος, πορφυροτυλιγμένος,
τιάρα χρυσῆ τρικόρωνη καὶ ὑψηλὴ ἐστεμμένος:
Ἐν μεγαλείῳ κι’ ἐν φωτὶ ὁ Πάπας προσπερνοῦσε.
Πίσω ἡ καρδιά μου γλίστρησε τῶν χρόνων τὰ ἔρμα πλάτη
σ’ Ἕναν γύρω ἀπὸ θάλασσα κλειστὴ ποὺ ἐπλανήθη,
κι’ ὅπου ματαίως γύρευε τόπους νὰ ἡσυχάζῃ:
«Λαγούμι ἔχ’ ἡ ἀλεπού, κάθε πουλὶ φωληάζει,
εἷς, μόνος, πρέπει νὰ γυρνῶ κι’ ὁ ἀναπαημὸς μ’ ἀρνήθη,
κι’ ἔχω τὰ πόδια μελανά, κρασὶ ἁρμυρὸ μὲ δάκρυ».
Αφήστε ένα σχόλιο






