Κυριακή Χριστοφορίδη, Ποιήματα
18Μαΐ
ΞΕΝΥΧΤΗΔΕΣ
Οι ξενύχτηδες περιδιαβαίνουνε τις σκέψεις τους
μέσα σε αίθουσες καπνού
ωσάν στρόβιλοι από μαύρα ψήγματα καψαλισμένο χαρτί
ανυψώνονται σε αναζήτηση των αποδέλοιπων δαιμόνων
σε μαγισσών συνάθροιση
Στης νύχτας τις μικρές τις ώρες οι ξενύχτηδες
ακόμα σκέφτονται πώς πέρασαν τις μέρες τους
πώς χάσαν την καρδιά τους
από τον έναν διάδρομο αναμονής στον άλλον
για να διαβάζουνε βιβλία κι έγγραφα
όσο αναμένανε να ανάψουνε κι άλλο τσιγάρο
να κάψουνε κι άλλο ένα γράμμα ερωτικό
που δίχως παραλήπτη
κιτρινισμένο ξέπεσε σε κάποιο βάθος συρταριού
Γιατί οι ξενύχτηδες δεν έχουν νόμους
δεν έχουν χρόνους και σταθμά τα νυχτοπούλια
κλείνουν τις μηχανές και αναπαύονται
μονάχοι συλλογίζονται
δεν έχουνε αισθήματα
αλλά αναμνηστικές φωτογραφίες μόνο
που να τους συντροφεύουν, καπνό και δαίμονες
Συνομιλούν με το σκοτάδι και δεν σκιάζονται
βολεύονται μες στην ακινησία του
ανησυχίες ξετυλίγουν και ανεπάρκειες
γεμάτες σκέψεις σαν αεικίνητα κουτάβια
Δεν έχουν χώρα οι ξενύχτηδες ούτε πατέρα κι αδερφό
μόνο απ’ τα χέρια τους να κρατηθούν μπορούν και όσο αντέξουν
κι όλο αναπαύονται μες στο ημίφως
μες στη σιωπή της νύχτας
δυνάμεις ζητάνε στα τσιγάρα
με τον καπνό τους νέα δαιμόνια στήνουν
που όλο αναστενάζουνε
Οι ξενύχτηδες δεν διαβάζουνε ρολόγια
μόνη τη νύχτα κοιτάν βαθιά μέσα στα μάτια
κι έτσι καταλαβαίνουν






