Ακαδημία Ποιείν

Κυριακή Χριστοφορίδη, Ποιήματα

ΞΕΝΥΧΤΗΔΕΣ

Οι ξενύχτηδες περιδιαβαίνουνε τις σκέψεις τους
μέσα σε αίθουσες καπνού
ωσάν στρόβιλοι από μαύρα ψήγματα καψαλισμένο χαρτί
ανυψώνονται σε αναζήτηση των αποδέλοιπων δαιμόνων
σε μαγισσών συνάθροιση
Στης νύχτας τις μικρές τις ώρες οι ξενύχτηδες
ακόμα σκέφτονται πώς πέρασαν τις μέρες τους
πώς χάσαν την καρδιά τους
από τον έναν διάδρομο αναμονής στον άλλον
για να διαβάζουνε βιβλία κι έγγραφα
όσο αναμένανε να ανάψουνε κι άλλο τσιγάρο
να κάψουνε κι άλλο ένα γράμμα ερωτικό
που δίχως παραλήπτη
κιτρινισμένο ξέπεσε σε κάποιο βάθος συρταριού
Γιατί οι ξενύχτηδες δεν έχουν νόμους
δεν έχουν χρόνους και σταθμά τα νυχτοπούλια
κλείνουν τις μηχανές και αναπαύονται
μονάχοι συλλογίζονται
δεν έχουνε αισθήματα
αλλά αναμνηστικές φωτογραφίες μόνο
που να τους συντροφεύουν, καπνό και δαίμονες
Συνομιλούν με το σκοτάδι και δεν σκιάζονται
βολεύονται μες στην ακινησία του
ανησυχίες ξετυλίγουν και ανεπάρκειες
γεμάτες σκέψεις σαν αεικίνητα κουτάβια
Δεν έχουν χώρα οι ξενύχτηδες ούτε πατέρα κι αδερφό
μόνο απ’ τα χέρια τους να κρατηθούν μπορούν και όσο αντέξουν
κι όλο αναπαύονται μες στο ημίφως
μες στη σιωπή της νύχτας
δυνάμεις ζητάνε στα τσιγάρα
με τον καπνό τους νέα δαιμόνια στήνουν
που όλο αναστενάζουνε
Οι ξενύχτηδες δεν διαβάζουνε ρολόγια
μόνη τη νύχτα κοιτάν βαθιά μέσα στα μάτια
κι έτσι καταλαβαίνουν

Διαβάστε περισσότερα