Κωνσταντίνος Χατούπης, “Σιματσιανός ο γραφέας”
5Ιου
Ο γραφέας τής ιστορίας μας ονομάζεται Σιματσιανός. Όποιος δεν γνωρίζει τους γραφείς δεν μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλες είν’ οι επαγγελματικές περιπλοκές μέσα στις οποίες έχουν μπλεχτεί όλοι αυτοί κι ίσως να μην νιώσει ποτέ τις, απορρέουσες απ’ αυτές, έντονες ψυχικές διακυμάνσεις τους· στην πραγματικότητα πρόκειται για μεγάλες κι επικίνδυνες τρικυμίες κι όχι απλώς για διακυμάνσεις της ψυχής τού κάθε γραφέα άρα και του Σιματσιανού. Θα ισχυριστεί κάποιος ότι όλα τα επαγγέλματα έχουν τις δυσκολίες τους μόνο και μόνον για να παρηγορήσει ή και να καθησυχάσει ίσως τους σκληρά εργαζόμενους αυτής της χώρας. Όμως η φάρα των γραφέων ξέρει καλά ότι δεν υπάρχει καμμιά παρηγοριά γι’ αυτήν όσα επιχειρήματα περί του αντιθέτου κι αν αντιτείνουν οι αυτόκλητοι παρηγορητές της.
Πριν ακόμα ξεκινήσει να δουλεύει κάποιος ως γραφέας, έχει καθοριστεί ήδη η επαγγελματική του πορεία: Όλοι οι γραφείς πήραν κάποτε αυτόν τον τίτλο κληρονομικώ δικαιώματι κι είν’ υποχρεωμένοι να δουλέψουν ως γραφειοκράτες μέχρι το τέλος τής επαγγελματικής τους ζωής. Κανείς τους δεν χρίεται γραφέας λόγω αξίας ή ικανότητας εις το γράφειν. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γραφείς μας είν’ ανίκανοι· αντιθέτως περνάνε από εντατική εκπαίδευση κι αξιολογούνται αυστηρά πριν πιάσουν δουλειά επίσημα.
Ο Σιματσιανός προέρχεται από οικογένεια γραφέων και μοιραία όφειλει ν’ ακολουθήσει το επάγγελμα που έκανε ο πατέρας του και πριν απ’ αυτόν ο παππούς του. Αν κοιτάξει κάποιος το γενεαλογικό του δέντρο θα διαπιστώσει ότι πάν’ από τριακόσια χρόνια η γενιά τού Σιματσιανού ήταν εκκολαπτήριο γραφέων. Για τον ίδιο, λοιπόν, δεν υπάρχει άλλη προοπτική και κάθε σκέψη γι’ απόκλιση απ’ την προδιαγεγραμμένη πορεία ισοδυναμεί με βαριά τιμωρία, επιβαλλόμενη όχι απ’ το κράτος αλλά απ’ την ίδια την οικογένεια: Ο παραβαίνων την οικογενειακή παράδοση χάνει αυτόματα κάθε δικαίωμα πάνω στα περιουσιακά στοιχεία και το χειρότερο όλων διώχνεται απ’ την οικογενειακή εστία κι εν συνεχεία εξαναγκάζεται σε μια επονείδιστη εξορία απ’ την επαρχία στην οποία μεγάλωσε.
Ο Σιματσιανός ονειρευόταν από μικρός να γράψει την ιστορία τού τόπου του κι όσο μεγάλωνε και πλησίαζε η ώρα να γίνει γραφέας το σχέδιό του γινόταν όλο και πιο φιλόδοξο: Τώρα φιλοδοξεί να καταγράψει τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα και ν’ αναφερθεί σε πρόσωπα που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο κατά την διάρκεια των είκοσι τεσσάρων προηγούμενων δυναστειών. Θέλει όχι μόνον να συστήσει στους μεταγενέστερους τον κόσμο των τελευταίων δυόμιση χιλιάδων χρόνων αλλά ν’ αποτελέσει το έργο του τη βάση για όλες τις μετέπειτα δυναστικές ιστορίες και το θεμελιώδες κείμενο τού πολιτισμού του! Ο ίδιος γνωρίζει τις ικανότητές του εις το γράφειν –ο γραπτός του λόγος είναι γλαφυρός, με ύφος λογοτεχνικό– και την κλίση του στην ιστορική έρευνα και θεωρεί ότι αυτά τα χαραχτηριστικά θα σώσουν το έργο του απ’ τη φθορά τού χρόνου και μαζί μ’ αυτό θα μείνει και τ’ όνομά του μέσα στους επόμενους αιώνες.
Αυτές του οι φιλοδοξίες, όμως, κινδυνεύουν να μην ικανοποιηθούν γιατί έχει έρθει ο καιρός να συνεχίσει την παράδοση τής οικογένειας και να πιάσει δουλειά ως γραφέας στο χωριό του. Σκέφτεται ότι ίσως θα μπορεί να συνδυάσει τη δουλειά του αυτή με τη συγγραφή τής ιστορίας τού τόπου του αλλά τον έχουν ενημερώσει ότι όλα τα χρόνια τής ζωής του θ’ αναλωθούν στην καταγραφή ανούσιων γι’ αυτόν πληροφοριών αλλά πολύ ουσιαστικών για την κεντρική διοίκηση τού κράτους.
O Σιματσιανός, λοιπόν, έχει την ατυχία ν’ ανήκει σ’ εκείνους τους γραφείς που ενώ δεν ενδιαφέρονται ούτε να δουλέψουν ως γραφειοκράτες σε κάποια απ’ τις δεκάδες τοπικές κυβερνήσεις ούτε να προωθηθούν στ’ ανώτερα κι ανώτατα κλιμάκια αυτής της δουλειάς, δηλαδή να δουλέψουν στην υπηρεσία τού αυτοκράτορα ως Μεγάλοι Γραφείς ή ως διευθυντές όλων των Μεγάλων Γραφέων, εντούτοις είν’ υποχρεωμένοι να το κάνουν.






