Thomas Vaux, Baron of Harrowden (1509 – 1556), Ποιήματα (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)
29Αυγ
I
Πώς να μη μαραζώσει το δέντρο- και να μη ξεραθεί-
όπου δεν έχει, έστω και λίγο, τον ήλιο για παρηγοριά;
Πώς να μη ξεθωριάσει και σύντομα να μαραθεί,
το λουλούδι, που πάντα το σκεπάζουν σύννεφα βαριά;
Είναι ζωή αυτό; — Όχι· σα θάνατο μάλλον το ορίζεις,
να νιώθεις κάθε πόνο και καμιά χαρά να μη γνωρίζεις.
Ποιο ζώο νηστικό μπορεί να επιβιώσει σώο για πολύ;
Ή είναι ζωή, όταν καμιά απ’ τις αισθήσεις δεν υπάρχει;
Και τι ωφελούν τα μάτια, αν δεν μπορεί κανείς να δει;
Ή μήπως η γλώσσα, σ’ αυτούς που ΄ναι μονάχοι;
Είναι ζωή αυτό; — Όχι· σα θάνατο μάλλον το ορίζεις,
να νιώθεις κάθε πόνο και καμιά χαρά να μη γνωρίζεις.
Σε τι χρησιμεύουν τ’ αφτιά, αν οι ήχοι έχουν λείψει;
Ή αν δεν υπάρχουν καν, ένα κεφάλι σαν κι αυτό;
Κι όλα τα παράπονα, αφού φύτρωσαν στη θλίψη,
κι όπου η καρδιά κλαίει με θανάσιμο καημό.
Είναι ζωή αυτό; — Όχι· σα θάνατο μάλλον το ορίζεις,
να νιώθεις κάθε πόνο και καμιά χαρά να μη γνωρίζεις.






