Δώρος Γεωργίου, “Αρνόγλωσσο”
22Φεβ
Αρνόγλωσσο α’
Πιστεύω εις έναν Θεό.
Πιστεύω εις έναν διαφανή Θεό.
Η διαφάνεια του, προσδίδει
την θεϊκή του υπόσταση.
Η φωνή του, προσυμβολική,
δίνει μιλιά στον μετασυμβολικό θάμνο.
Αυτό σημαίνει πως με τον λόγο του
ξεχνάω τη φωνή του.
Ξεχνώντας τη φωνή του,
καταλαβαίνω ξεκάθαρα τι θέλει από μένα.
Όταν μιλά, άπαντες τον ακούν.
Όταν σιωπά, τότε, μόνο τότε,
γίνεται απ΄ όλους αντιληπτός.
Πιστεύω, δηλαδή, κι εις έναν επιφανή Θεό,
έναν που θα τον ακροάζονται κι οι κουφοί ακόμα.
Καθώς προσεύχομαι, προσέχω να οικονομώ τις λέξεις,
να ακούω κι εκείνες που δεν ακούγονται.
Όποτε κόβω των ποδιών μου τα νύχια,
άξαφνα βλέπω ανάμεσά τους τον Θεό
και μετά δεν τον βλέπω.
Αυτό σημαίνει πως πιστεύω, συμπερασματικά,
κι εις ένα φτέρνισμα υπερβατικό,
στη πίστη πως έκοψα νύχι παρά κρέας.
Αισθάνομαι τον αόρατο Θεό
γιατί εκείνη τη στιγμή
κάτι άλλο να κάνω δεν έχω,
κι ούτε μπορώ.






