Αρνόγλωσσο α’
Πιστεύω εις έναν Θεό.
Πιστεύω εις έναν διαφανή Θεό.
Η διαφάνεια του, προσδίδει
την θεϊκή του υπόσταση.
Η φωνή του, προσυμβολική,
δίνει μιλιά στον μετασυμβολικό θάμνο.
Αυτό σημαίνει πως με τον λόγο του
ξεχνάω τη φωνή του.
Ξεχνώντας τη φωνή του,
καταλαβαίνω ξεκάθαρα τι θέλει από μένα.
Όταν μιλά, άπαντες τον ακούν.
Όταν σιωπά, τότε, μόνο τότε,
γίνεται απ΄ όλους αντιληπτός.
Πιστεύω, δηλαδή, κι εις έναν επιφανή Θεό,
έναν που θα τον ακροάζονται κι οι κουφοί ακόμα.
Καθώς προσεύχομαι, προσέχω να οικονομώ τις λέξεις,
να ακούω κι εκείνες που δεν ακούγονται.
Όποτε κόβω των ποδιών μου τα νύχια,
άξαφνα βλέπω ανάμεσά τους τον Θεό
και μετά δεν τον βλέπω.
Αυτό σημαίνει πως πιστεύω, συμπερασματικά,
κι εις ένα φτέρνισμα υπερβατικό,
στη πίστη πως έκοψα νύχι παρά κρέας.
Αισθάνομαι τον αόρατο Θεό
γιατί εκείνη τη στιγμή
κάτι άλλο να κάνω δεν έχω,
κι ούτε μπορώ.
Αρνόγλωσσο β’
Γιατί να πιστέψω λοιπόν;
Όταν σ’ αμίλητο στόμα
τη σιωπή καρκινεύεις με σιωπή;
Με σεμνοτυφία μεγάλη
επισωρεύεις ομίχλη πυκνή,
βαρύτερη στο ένα μάτι
μας αγελαδίζει το βλέμμα.
Δε σου ‘φτανε που σε πίστευε αυτή
τώρα θέλεις να δοκιμάσεις κι εμένα;
Τσογλάνι, πας να δαμαλίσεις τ’ αδαμάλιστο θεριό;
Το βράχο θα σ’ τον σφραγίσω, όχι με πίστη,
μα με τροχαλίες, μοχλούς και κλειδωνιές,
με τρόπο επιστημονικό.
Κι άμα υπερήφανα ψευδοσκαφίζοντας το χώμα
τα δουλάρια σου ρωτήσουν,
«Τι ζητάς τον ζώντα μετά των νεκρών;»,
την κεφαλή της σαν φοβέρα θα τους σύρω
να τους κοπούν τα ποδάρια.
Μήτε θα με κοιτάζουν πια,
μήτε υπεροπτικά θα μου μιλούν.
Η ανάσταση αναμοχλεύει και κουράζει,
οι ζωντανοί θα μας πατούν όπου πατάνε.
Την πρώτη νύχτα καρτερώ εγώ,
εκείνην που σιγουρεύει τα πράγματα.
Η νεκρωσύνη κάνει μια ησυχία ωραία.
Aχνά θ’ ακούγονται μονάχα τα κουκουνάρια
σαν κυλούν από αμελητέο ύψωμα.
Αρνόγλωσσο γ’
Η τόση ζέστη κοχλάζει τις λέξεις,
τις κάνει ν΄ αχνίζουν.
Ο ατμός τους όμως
δεν είναι η σημασία τους,
αλλά η ανάγκη τους να σημαίνουν κάτι.
Το νερό είναι νερό,
μα το νερό με τέτοια ζέστη
γίνεται νεράκι, σπανίζει.
Ο αέρας γίνεται αεράκι,
η δροσιά, δροσούλα
και η σκιά, σκιούλα.
Αν πω πως έπαθα
μια καταθλιψούλα,
τότε είμαι έτοιμος να πεθάνω
γι αυτό χρειάζεται
να προσέχω τι λέω.
Στη κόλαση δεν σπανίζει
το νεράκι, ούτε τ΄ αεράκι,
ούτε η δροσούλα, ούτε η σκιούλα.
Αντιθετα, πλεονάζουν.
Μα δε θα ‘ναι ποτέ δικά μου
μα ούτε και κανενού άλλου.
Θα ΄ναι μια σειρά από ταυτολογίες
όπως, ο Θεός είναι Θεός,
ο Νόμος είναι Νόμος,
ή το ομοματεπώνυμό μου ειν’ αυτό.
Θα ‘ναι διαφορετικές μικρές ταμπελίτσες
ραμμένες πάνω στα ίδια πράγματα.
Αρνόγλωσσο δ’
Προτιμώ μοδάτο κουστούμι στην κηδεία,
Αρμάνι κατά το δυνατόν,
και φιόγκο θέλω, όχι γραβάτα,
η επισημότητα της τελετής
να ταιριάζει με την ακαμψία του σώματος.
Κι ένα λουλούδι στο πέτο,
έναν κρίνο – αν θα ‘μαι κυνικός,
να ‘μαι ως το τέλος.
Και τον παπά με προϊστορία,
έναν πρώην χασικλή που
να σπαράζει στο κλάμα
με τη ζωή του την πολλή.
Κι εκείνους που με μίσησαν
θα τους ήθελα εκεί
να διαμελίζουν τη γλώσσα με λεπίδι,
– Αυτός αγριοκοιτάζει πίσω
απ’ το γυαλί. Πόσα λες να του ‘δωσε
του φροντιστή από πριν;
– Δεν ξέρω. Πάντως τα Καλάβρυτα χωνεύει
σα να μην ήτανε μέρος μα φαΐ.
Αρνόγλωσσο ε’
Τώρα που είμαστε νεκροί,
κι όντας στη ζωή γενικά καλοί,
του παράδεισου την πύλη
επιζητούμε να περάσουμε
μα ο Άγιος προειδοποιεί,
«Quo vadis? Μπας και μπείτε μέσα κει,
ό,τι αγγίζετε σύννεφο θα γίνεται
κι όλες οι συζητήσεις θα περιστρέφονται
γύρω απ’ τον καλό κι άνετο καιρό.
Θα ‘στε χαρούμενοι δίχως να ξέρετε
γιατί, το σάλιο σας θα τρέχει διαρκώς
διότι έκθαμβοι απ΄ το πολύ το φως,
θα μισοπλένετε τα πόδια των άλλων
σαν τον αγαθοεργό πιστό.
Δεν θα επιτρέπονται οι συμβουλές
γιατί αυτές ανήκουνε στο χθες,
κι όπως τα μωρά έχουνε
τους αγκώνες τους ευμάλακτους,
έτσι κι η σκέψη σας δεν θα ακουμπάει πουθενά.
Εξάλλου, η δυστυχία ανήκει αιωνίως
στους ξεχασμένους ανθρώπινους χόνδρους.
Ο,τι μιλώ σε σας, τo λέω και σε μένα,
γι αυτό έξω επιλέγω να ‘μαι να προειδοποιώ
παρά μέσα να κοιτάζω τον Θεό,
όπως επίπεδο ο λίμπουρας θωρεί
το μεγαλύτερο βουνό.»









