“Συμπληρώνοντας την ποιητική του Νίκου Καββαδία” (γράφει ο Δημήτρης Μπαλτάς)
13Μαΐ
Μέρος Α΄: Νίκος Καββαδίας, Του πολέμου/ Στο άλογό μου, εκδόσεις Άγρα, 2021 (Ι΄ Ανατύπωση)

Ο Νίκος Καββαδίας (1910-1975) με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου έφυγε για το Αλβανικό Μέτωπο, όπου χρησιμοποιήθηκε στον Σταθμό Υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας ημιονηγών και τραυματιοφορέων. Ο Παναγιώτης Κοκκόλης αναφέρει για τον Καββαδία: «Τον βλέπω μια φορά που πηγαίναμε για τη Βενετία ν’ ακουμπάει στην κουπαστή και να κοιτάει με τις ώρες τα βουνά της Αλβανίας. «Τι κοιτάτε, κύριε Νίκο, τόσο απορροφημένος;» «Σ’ αυτά τα βουνά το 1940 υπηρέτησα μουλαράς».[1] Σε αυτή την περίοδο της ζωής του και στις εμπειρίες του από το Μέτωπο αναφέρονται δύο μικρά πεζά κείμενά του, από τα ελάχιστα που έγραψε. Το πρώτο με τίτλο «Του πολέμου»[2] δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Αυγή στις 26 Οκτωβρίου 1975, ενώ το δεύτερο με τον τίτλο «Στο άλογό μου» δημοσιεύτηκε το 1945 στον τόμο Το Θαύμα της Αλβανίας απ’ τη σκοπιά της ΙΙΙ Μεραρχίας του Ξένου Ξενίτα[3].
Στο αφήγημα «Του πολέμου», το οποίο γράφτηκε σε μία μέρα και φέρει την ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1969, ο αφηγητής, ένας στρατιώτης, σε πρώτο πρόσωπο περιγράφει ένα περιστατικό κατά το οποίο χάθηκε στο Αλβανικό Μέτωπο, κατά τη διάρκεια της πορείας του προς το Δέλβινο[4], όταν το μουλάρι του που κουβαλούσε υγειονομικό υλικό, εξουθενωμένο, σωριάστηκε στην αυλή ενός εχθρικού αλβανικού σπιτιού, όπου οι κάτοικοι είχαν ταχθεί με τους Ιταλούς.
Αμέσως, ο αφηγητής – συγγραφέας αποκαθιστά την αλήθεια του θέλοντας να δείξει ότι βρέθηκε από σύμπτωση στη στεριά και ποτέ δεν πρόδωσε τη θάλασσα.
Σκεφτόμουνα τη θάλασσα, τη σιγουριά της, το γιατί ποτέ δεν τη φοβήθηκα. Να πνίγεσαι στη θάλασσα, μουρμούριζα, είναι φυσικό – στη στεριά είναι κάτι που ʼχει μέσα του μπαμπεσιά. Ένιωθα την ατίμωση ενός θανάτου από γλυκό νερό, μέσα στη λάσπη. (σ. 10)
Ο οικοδεσπότης, ένας Αρβανίτης του Νότου, στην αρχή αρνείται καχύποπτα και έπειτα τον φιλοξενεί με επιφύλαξη, μέχρι που ο αφηγητής βλέπει μια φωτογραφία του γιου του σταλμένη από την Αργεντινή και προφασίζεται ότι τον έχει γνωρίσει, για να κερδίσει την εύνοια του γέρου οικοδεσπότη. Έχοντας κάποιες γνώσεις για τη ζωή στην Αργεντινή, δίνει ψευδώς κάποια χαρακτηριστικά του γιου και ο γέρος από την ανάγκη του να πιστέψει, πιστεύει τελικά τον αφηγητή – στρατιώτη. Όταν ο γέρος τον εμπιστεύεται, τον πηγαίνει σε ένα δωμάτιο που κείτεται ο μεγάλος του γιος λαβωμένος, ο οποίος πολεμούσε στο πλευρό των Ιταλών. Ο γέρος δικαιολογείται:
Οι Τόσκοι[5] αγαπάμε τη Ρωμιοσύνη. Οι βουνίσιοι, οι Γκέκηδες[6], σας οχτρεύονται. Εκείνοι πήγαν με το θέλημά τους στους Ιταλούς. Εμείς με το ζόρι. (σ. 25)
Ο αφηγητής περιποιείται το τραύμα του γιου και συνομιλεί με τον γέρο, που του προσφέρει φαγητό. Την επομένη, φεύγει με το μουλάρι του συνεχίζοντας την πορεία προς το Δέλβινο.
Διαβάστε περισσότερα





