Eunice Buchanan (c.1930 -)

 

Στον Νώε η γυναίκα του

 

Δε μίλησα

σαν ξέσπασε η βροχή.

Ο άντρας μου ήταν πολύ απασχολημένος

να μας βολέψει, και πήρε καιρό

να βάλουμε μέσα τα ζωντανά και να ησυχάσουν τα πουλιά.

 

Δε μίλησα

σαν ξεχειλίσαν τα νερά

πάνω απ’ τα καλαμπόκια μου και στον κατήφορο

στο σπίτι μέσα, στα χαλιά μου

και τα όμορφα προικιά που’χα απ’ τη μάνα μου.

 

Δε μίλησα

σαν άκουσα τη φίλη μου την Μπέκα

να χτυπάει του καραβιού το ξύλο

με το μωρό στην αγκαλιά, ουρλιάζοντας

όπως οι κολασμένοι. Είχαμε δεθεί

τόσα χρόνια ήμασταν μωρά, γίναμε γυναίκες.

Η όμορφη κόρη, η καλόκαρδη μου Μπέκα.

έκλεισα τ’ αυτιά μου με τα χέρια

και με τα μπράτσα έσφιξα τα παιδιά μου

και πάλι δε μίλησα.

Δεν μίλησα

όταν η παλίρροια γινόταν όλο και πιο μαύρη

και ούτε φεγγάρι φαινόταν, ούτε ήλιος και οι κραυγές

που ηχούσαν γύρω μας πνιγήκαν.

Κανένας ήχος σε αυτή τη μαύρη θάλασσα εκτός απ’ την πτώση, τη βροχή,

το βούλιαγμα, το ξεχείλισμα του γκρίζου νερού πάνω σε γκρίζο νερό.

 

Δεν μπορώ να μιλήσω

για τα πράγματα στο νερό

καθώς οι μέρες περνούσαν – πρησμένα και ωχρά,

με τα σαγόνια της θάλασσας να στριφογυρίζουν και να καταπίνουν,

να στριφογυρίζουν και να καταπίνουν.

Έπειτα, όταν το κατάστρωμα στέγνωσε και τα νερά βυθίστηκαν,

η γη, η όμορφη γη μας, λασπωμένη και γλιστερή

με μαύρη λάμψη,

κι εμείς μόνοι.

 

Μα όταν κατέβω την μέρα τη στερνή

κι ανέβω τα σκαλιά να βρώ κι εγώ τον Θεό

θα κοιτάξω τον Παντοδύναμο στα μάτια

κι όλα εκεί θα του τα πω.

 

(Σκωτία)

 

 

*****************************************************************

 

Molly Twomey  (1997-)

 

Η γυναίκα του Νώε

 

Είχε χρόνια να μ’ αγγίξει. Το μόνο που έκανε:

να μαστορεύει στην αποθήκη, μουρμουρίζοντας μονάχος του.

 

Παραδέχομαι ότι σαν έπεσε η πρώτη βροχή, έτρεξα

στο καράβι με το κριάρι και το κουνάβι,

φοβόμουνα τα δόντια της αλεπούς, τα κέρατα απ’ το ζαρκάδι.

 

Ο Νώε ήταν κολλημένος στο τιμόνι, οπότε έκαν’ ανακωχή:

της χήνας δε θα έκοβα το πόδι,

ούτε θα πάστωνα του χοίρου το μερί,

 

εάν κι ο βούβαλος πρόσεχε με τα κέρατά του

και το φίδι δεχόταν ήσυχο σε μια γωνιά να μείνει.

 

Κοιμήθηκα με το κεφάλι ν’ ακουμπά την κοιλιά

του βοδιού, μοιραστήκαμε ξερά βερίκοκα και βύνη.

 

Όταν το πλοίο μας άραξε, μια ελιά έπεσε απ’ το ράμφος

του περιστεριού, τα ελάφια τινάχτηκαν, οι πίθηκοι

το ‘σκασαν. Έτρεξαν, σύρθηκαν, μύρισαν γύρω

 

κι έπεσαν στη θάλασσα. Σα να ήξεραν ότι η συμφωνία μας

δε θα διαρκούσε, όπως το ουράνιο τόξο στον ουρανό,

το χέρι του άντρα μου πάνω στο δικό μου.

 

(Ιρλανδία)