Ο Σίσυφος στις κερασιές
Άρχισε να τρέχει πίσω της, την ίδια στιγμή που η πέτρα ξέφευγε από τον έλεγχό του. Για άλλη μια φορά κατρακυλούσε στην πλαγιά, κι εκείνος την ακολουθούσε με το βήμα τουγοργό. Και πάλι από την αρχή. Να ακινητοποιήσει την πέτρα, να την οδηγήσει στους πρόποδες του βουνούαπ’ όπου ξεκινούσε κάθε φορά, να την ανεβάσει ξανά ως την κορυφή. Αυτή η παράξενη εικόνα ήρθε ασυναίσθητα στον νου μου διαβάζοντας τη σύντομη μεν, αρκετά πυκνή και γόνιμη δε, ποιητική σύνθεση του Χρήστου Κολτσίδα, Η καρδιά του σαμουράι – Δεκάξι ασκήσεις ψυχραιμίας.
Θα ήθελα όμως να ξεκινήσω με μια προσωπική ιστορία.
Ήταν Δεκέμβριος του 2023, λίγες μέρες πριν απ’ τα Χριστούγεννα στη χιονισμένη Ζυρίχη, όταν βρέθηκα για πρώτη φορά να παρατηρώ από κοντά μια όψη της ιαπωνικής κουλτούρας. Τον τρόπο με τον οποίο η τελετουργία του τσαγιού προσπαθεί να ξορκίσει το κακό, εν αναμονή ειδήσεων για την υγεία ενός ανθρώπου. Το μέτρημα των γραμμαρίων, η ακρίβεια στη θερμοκρασία και στον χρόνο, ο καθαρισμός του κουταλιού πριν από κάθε νέο βράσιμο. Η ακρίβεια των κινήσεων ως αντιστάθμισμα της αδυναμίας ελέγχου της ζωής. Γυρίζοντας σπίτι μου το βράδυ με τα πόδια, θυμάμαι, αναρωτήθηκα αν αυτή η πειθαρχία αποτελεί μια πραγματική νίκη πάνω στον φόβο του θανάτου ή απλά μια τελετουργική απόπειρα απόκρυψηςτης αδυναμίας μας απέναντί του.
Τον ίδιο μήνα, οι Εκδόσεις Θράκα κυκλοφόρησαν το εν λόγω βιβλίο.«Με τον Σαμουράι κάτσαμε στο πάτωμα.// Άναψα την ξυλόσομπα,// του ‘δωσα τσάι του βουνού,// κάστανα και καρύδια.// ‘Ωραία κι η δικιά σας τελετή του τσαγιού’,// βροντοφώναξε», γράφει ο Κολτσίδας στο ποίημα «Τελετή του τσαγιού» (σ. 21). Και στο μυαλό μου έπλασα μια δική μου, υποθετική, ελληνική ανταπόδοση της μέρας εκείνης του Δεκέμβρη.
Με έναν περίεργο τρόπο, το βιβλίο που κρατώ στα χέρια μου ίσως ασχολείται με ένα παρόμοιο ερώτημα. Μπορεί ο άνθρωπος να συγκροτήσει έναν προσωπικό κώδικα ζωής που θα τον συμφιλιώσει με όσα δεν μπορεί να ελέγξει; Ή μήπως η ίδια αυτή προσπάθεια αποτελεί έναν ακόμη τρόπο να επιβληθεί στο ανεξέλεγκτο της ύπαρξής του;Ο Κολτσίδας φαίνεται να διερευνά τη δυνατότητα διάπλασης του εαυτού απέναντι στο χάος, στη φθορά και στον καιρό που έτυχε για τον καθένα μας. Για τον σκοπό αυτόν επιστρατεύει την αρχετυπική φιγούρα ενός σαμουράι, την πειθαρχία και τις τελετουργίες του. Χωρισμένη σε δύο μέρη, η ποιητική σύνθεση αναπτύσσεται σε δύο συμπληρωματικές κινήσεις. Στην πρώτη, ο σαμουράι συγκροτεί τον κώδικαζωής του μέσα από την άσκηση και τη μοναχικότητα. Στη δεύτερη, τον μεταφέρει στη ζωή κι ανάμεσα στους ανθρώπους, εκεί όπου ο κώδικας που έχει αναπτύξει, τώρα δοκιμάζεται κι αμφισβητείται.
Η ΔΟΜΗΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ
(Α) Πρώτο μέρος: Απ’ τον κατήφορο στους πρόποδες. Η συλλογή ξεκινά δηλωτικά. Στο πρώτο ποίημα, με τον τίτλο «Αρχή», ο σαμουράι κατεβαίνει στο ποτάμι. Όμως δεν βρίσκει καταρράκτες. Γι’ αυτό γονατίζει πάνω σε μια πέτρα και περιμένει τη βροχή. Το ποίημα είναι τόσο απαλλαγμένο από οτιδήποτε περιττό που για να αναφερθώ σε αυτό χρησιμοποίησα το ίδιο το ποίημα (σ.9):
«Ο Σαμουράι κατεβαίνει στο ποτάμι.
Όμως εδώ
δεν έχουμε καταρράχτες.
Γι’ αυτό γονατίζει πάνω σε μια πέτρα
και περιμένει τη βροχή.»
Η βροχή είναι το κεντρικό στοιχείο του πρώτου μέρους της συλλογής. Στην ιαπωνική κουλτούρα, οι ασκητές χρησιμοποιούσαν την έκθεση στο παγωμένο νερό του καταρράκτη ως μέσο άσκησης και πειθαρχίας. Σε συμβολικό επίπεδο, η εικόνα του ακίνητου σαμουράι κάτω από έναν ορμητικό καταρράκτη εκφράζει την αντίθεση ανάμεσα στην εσωτερική γαλήνη και την εξωτερική βία του κόσμου.
Είναι αυτή η εσωτερική γαλήνη που αναζητάει και ο σαμουράι του Κολτσίδα. Εδώ όμως δεν υπάρχουν καταρράκτες για την άσκησή του. Πού εδώ; Η λέξη «εδώ» ήταν η μόνη που δε χρειάστηκε να χρησιμοποιήσω στη δική μου αναφορά του ποιήματος. Αυτό τοπροσεκτικά τοποθετημένο «εδώ»μοιάζει πολυεπίπεδο. Γιατί μπορεί να είναι ένα εδώ ταυτόχρονα τοπικό (στη γη της φτώχειας και της έλλειψης), χρονικό (στη δική μας εποχή της απουσίας των μεγάλων αφηγήσεων), πολιτισμικό (στη συνάντηση διαφορετικών παραδόσεων και μύθων) και υπαρξιακό (στην ανθρώπινη ανάγκη να επινοούμε τρόπους ζωής απέναντι στη φθορά).
Η έλλειψη του ορμητικού νερού, του μέσου άσκησης προς τη γαλήνη, θα μπορούσε να γονατίσει τον σαμουράι. Κι εδώ εμφανίζεταιη πρώτη δήλωση: κι αν δεν έχει καταρράκτες; Η μαθητεία του σαμουράι συνίσταται στην επιμονή του να πραγματοποιήσει τον σκοπό του παρά τους εξωτερικούς περιορισμούς. Προσαρμόζεται. «Γιατί καλό είναι, όπως λεν,// από μικρός να ξέρεις τι θα πει// να εξαρτάσαι από τις καιρικές συνθήκες» (σ.10). Θα περιμένει τη βροχή, μες στο απρόβλεπτο του χρόνου.
Και πράγματι, η βροχή κάποτε ξεκινάει. «Βροχή// απ’ αυτή που πέφτει πάνω σου//— ή κι αλλού», γράφει στο δεύτερο ποίημα («Βροχή», σ.10). Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο στην ποίηση του βιβλίου αυτού είναι η δυνατότητα των λέξεων να υπονοούν περισσότερα από όσα λένε. Όπως αυτό το παρενθετικό «ή κι αλλού», μια δήλωση της αντίληψης ότι η βροχή δεν ανήκει στον σαμουράι, ούτε συμβαίνει για αυτόν.
Καθώς η σύνθεση αναπτύσσεται, ηαρχική προσαρμοστικότητατου σαμουράιμετατρέπεται σταδιακά σε μια βαθύτερη στάση ζωής. Η μαθητεία του αρχίζει να αποκτά άλλο νόημα, και μαζί της ωριμάζει κι ο ίδιος. Πρώτα μέσα απ’ τη βροχή.Βρέχονται τα ρούχα του, το δέρμα του, η καρδιά του («Βρέχεται η καρδιά του Σαμουράι», σ.11) —«αλλά για την καρδιά του τον νοιάζει πιο πολύ». Στην καρδιά, την ευάλωτη πλευρά του εαυτού του, στρέφεται η μέριμνά του. Κι ίσως εδώ να βρίσκεται η αρχή μιας βαθύτερης μεταμόρφωσης: από την ανάγκη της επιβολής στην αποδοχή της ευαλωτότητας. Μια μεταμόρφωση που συνεχίζεται με το βρόχινό του ξίφος («Τράβηγμα του ξίφους», σ.12) και με την κραυγή που βγάζει για να μάθει να τρομάζει τους εχθρούς του, μα τελικά τρομάζει ο ίδιος («Κραυγή», σ.13). Ο πολεμιστής έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια του τη βία και πετάει το ξίφος του στο χώμα.
Στο τέλος, ο σαμουράι μένει να εξασκείταιχρησιμοποιώντας μοναχά τα άδεια χέρια του. Και με αυτά, η άσκηση μοιάζει να γίνεται παιχνίδι. Παίζει με τον άνεμο («ξέρει πως τον άνεμο δεν τον κόβεις//— τον χαϊδεύεις» (σ.15)) και παίζει και με το νερό («δεν φτιάχνει φράγματα.// Του αρέσει να τα συγκρατεί// κι ύστερα να τ’ αφήνει να γλιστρούν// μεσ’ απ’ τα χέρια του» (σ.16)). Παίζει με το χώμα(«θα προτιμήσει να κυλιστεί μαζί τους// παιχνιδιάρικα στο χώμα» (σ.17)) και παίζει και με τη φωτιά («με το δάχτυλο ο Σαμουράι// καλλιγραφεί στη στάχτη» (σ.18)). Τα τέσσερα στοιχεία της φύσης γίνονται οι δάσκαλοι του σαμουράι, και αυτός μαθαίνει να συνυπάρχει με αυτά.Γίνεται τρυφερός, αποδέχεται την παροδικότητα, δημιουργεί κι εκφράζεται.Χτίζει τον κώδικα ζωής και μοναξιάς του.
Σκέφτομαι ξανά τον Σίσυφο. Η κάθοδός του πίσω από την πέτρα, πριν ξεκινήσει πάλι την ανάβαση, είναι η ευκαιρία του να αναλογιστεί πώς θα πλάσει τον χρόνο του με τους περιορισμούς που του έχουν επιβληθεί. Είναι η στιγμή που ένας αθλητής περπατά στο στάδιο πριν απ’ τον μεγάλο αγώνα. Είναι εκείνες οι πολύωρες περιπλανήσεις στους δρόμους, χωρίς να προσέξεις ούτε στιγμή τα σπίτια, τους περαστικούς, την ίδια την πόλη, γιατί έχεις πιάσει κουβέντα με τη φαντασία σου. Είναι οι ατέλειωτες ώρες που περνούσες ως παιδί μόνος στο δωμάτιό σου, προσπαθώντας να καταλάβεις ποιος είσαι μέσα σε αυτόν τον κόσμο που σιγά σιγά ανακάλυπτες.
(Β) Δεύτερο μέρος:Η ανηφόρα.Αν στο πρώτο μέρος ο σαμουράι μαθαίνει πώς να σχετίζεται με τον εσωτερικό του κόσμο, στο δεύτερο επιχειρεί να ζήσει βάσει όσων έμαθε. Βγαίνει στο «εδώ» του, στην πραγματική του ανηφόρα, και συναντά τον Άλλον—που εμφανίζεται με την πρωτοπρόσωπη γραφή του ποιητή.Ανακαλύπτειπως ο κόσμος δεν περιορίζεται σε εκείνον που ο ίδιος έχει μάθει να κατανοεί («Τελετή του τσαγιού», σ.21). Τι σχέση έχει, άλλωστε, η Ιαπωνία με ένα ελληνικό τοπίο; Επιχειρεί να ενωθεί με τον παλμό του κόσμου («Αστροβραδιά», σ. 24). Διδάσκει και διδάσκεται, όπως στα «Ξύλινα παιχνίδια» (σ.22),όπου οι δυο τους, ο σαμουράι κι ο Άλλος, ασκούνται με μια μαγκούρα κι ένα ξύλινο σπαθί σε υποθετικούς θανάτους.
Η συνάντηση με τον Άλλον αρχίζει να αποκαλύπτει τα όρια της προσωπικής του μαθητείας. Στην «Απαθανάτωση» (σ.23), ο σαμουράι,έχοντας αφήσει πίσω του το ξίφος, μιμείται την τελετουργική αυτοχειρία «ξύνοντας ένα κλαδάκι σύριζα στην κοιλιά του». Η παιγνιώδης αθωότητα, όμως, δεν αναιρεί τη βία που κρύβεται πίσω απ’ την αναπαράσταση. Επιβιώνει αυτή, για να εμφανιστεί με διαφορετική μορφή από την πλευρά εκείνου που τον παρατηρεί:«Με μια παλιά Zenit// -που αντί για κλικ πλέον βγάζει// το χραπ της λαιμητόμου-// παίρνω το κεφάλι του σαμουράι// μαζί και του τοπίου». Η φωτογραφική απαθανάτιση μετατρέπεται σε συμβολικό αποκεφαλισμό, υπονομεύοντας την αθωότητα της ίδιας της καλλιτεχνικής πράξης. Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο παράδοξος χαρακτήρας της φωτογράφισης.Για να διατηρηθεί κάτι μες στον χρόνο, πρέπει να υποστεί μια μορφή θανάτου κι ακινητοποίησης.
Στο πρώτο μέρος της συλλογής, η καρδιά αποτελεί το ευάλωτο και σημαντικότερο κέντρο του μοναχικού εαυτού του σαμουράι. Εδώ, όμως, ο σαμουράι αναζητά τη σχέση της καρδιάς του με τον κόσμο, προσπαθώντας να αποφύγει την ευκολία του συναισθηματισμού. Στην «Αστροβραδιά» (σ.24), κάτω από έναν έναστρο ουρανό, σε ένα κατεξοχήν ρομαντικό σκηνικό, «λέει κάτι φράσεις όπως// ‘Ο χτύπος του κόσμου…// …κι ο χτύπος της καρδιάς μου…’//[…]// μόνο και μόνο// για να τις αφήσει μισοτελειωμένες» (σ.24). Η λυρική ταύτιση προετοιμάζεται, αλλά δεν ολοκληρώνεται.Ο σαμουράι διακόπτει τον λόγο του, σαν να αναγνωρίζει την ευκολία με την οποία μια βαθιά συγκίνηση μπορεί να μετατραπεί σε κοινότοπη έκφραση. Μια δεύτερη δηλωτική κίνηση της συλλογής, και μια μεταποιητική στιγμή του Κολτσίδα, σε ένα βιβλίο που θα μπορούσε να ιδωθεί και ως διερεύνηση της σχέσης του ποιητή με την ποίησή του.
Κατά τη γνώμη μου, ο σαμουράι δεν χάνει τον ρομαντισμό του.Δυσπιστεί, όμως, απέναντι στην ευκολία της συγκίνησης και, κυρίως, της έκφρασής της. Κι εκείνο που ο σαμουράι αφήνει ανείπωτο, ο Κολτσίδας επιχειρεί να το αποδώσει ποιητικά μέσα από την αντιπαράθεση δύο τόπων, δύο φυτών και δύο κύκλων χρόνου στο αγαπημένο μου ποίημα της συλλογής αυτής, την «Εποχή παρατήρησης» (σ.25):
«Κάθε πρωί πεθαίνουνε, πλήρη κι εύθραυστα,// τ’ άνθη της κερασιάς.
Κάθε νύχτα, αθέατη,// δυο πόντους ψηλώνει η ριγανούλα.
Κάθε νύχτα, της κερασιάς τα άνθη// σαν φαναράκια ανάβουνε.
Κάθε πρωί// τη ρίγανη τη σφάζει μια λεπίδα».
Η κερασιά, σύμβολο του ιαπωνικού τοπίου, και η ρίγανη, γνώριμη παρουσία της ελληνικής γης, στέκονται αντικριστά, όπως ο σαμουράι κι ο Άλλος-αφηγητής. Οι δύο κύκλοι ζωής και θανάτου τέμνονται μέσα από την εναλλαγή της μέρας με τη νύχτα. Και η λεπίδα, που ο σαμουράι είχε αφήσει στην άκρη, επιστρέφει ως δύναμη που απειλεί την ίδια τη ζωή. Ξανά, η προσωπική αποκήρυξη της βίας δεν αρκεί για να την εξαλείψει απ’ τον κόσμο.
(Γ) Φαύλος ή και άφαυλος κύκλος.Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στα βιβλία που δεν αποτελούν απλώς μια συλλογή ποιημάτων, αλλά μια σύνθεση που σε παίρνει από το χέρι και σε οδηγείμέσα από μία ιστορία προςτο τέλος της. Είτε ξέφωτο, είτε νεκροταφείο. Στα βιβλία που έχουν αρχή, μέση και τέλος.
Ο σαμουράι φτάνει στο τελευταίο ποίημα έχοντας πίσω του μια ολόκληρη μαθητεία. Έχει αναμετρηθεί με την αδυναμία του να ελέγξει τη φύση, έχει δοκιμάσει τον προσωπικό του κώδικα ζωής κι έχει σταθεί μπροστά στα όρια της ίδιας της έκφρασής του. Έχει μάθει να στοχάζεται. Το τελευταίο ποίημα (σ.26) τιτλοφορείται «Praemeditatiomalorum», δηλαδή προμελέτη κακών. Μια στωική άσκηση προετοιμασίας απέναντι στα δεινά που ενδέχεται να φέρει η ζωή. Ο σαμουράι αντικρίζει την πλούσια φύση και τη συγκρίνει με την ερημιά της ψυχής του. Ώσπου, εκεί ακριβώς, στο τέλος, το ποίημα καταλήγει:
«Σταματά όμως για λίγο να στοχάζεται και λέει
‘Τι ομορφιά, Θεέ μου, τι ομορφιά’.
Ύστερα συνοφρυώνεται
και ξαναρχίζει πάλι».
Έτσι τελειώνει το βιβλίο.Με τη στιγμή που ο αθλητής, μέσα στον αγώνα, σηκώνει για λίγο το βλέμμα προς το έπαθλο που τον περιμένει. Με τη στιγμή που η πολύωρη περιπλάνηση στην πόλη διακόπτεται από την αναπάντεχη θέα της Ακρόπολης.Με τη στιγμή που ο Σίσυφος πλησιάζει την κορυφή του βουνού και η πέτρα γλιστρά ξανά από τα χέρια του. Κι εκείνος, πριν αρχίσει να την κυνηγά, σταματά και κοιτάζει γύρω του. Τι ομορφιά, Θεέ μου, τι ομορφιά. Κι ας είναι και Κάτω Κόσμος.
Για μια στιγμή, ο σαμουράι παύει να αναμετριέται με τον εαυτό του. Απλώς αντικρίζει την ομορφιά του κόσμου. Κι αναρωτιέμαι αν αυτή η αυθόρμητη παράδοση στον θαυμασμό είναι μια υποχώρηση από όσα έμαθε ή, αντίθετα, η σημαντικότερη κατάκτηση της μαθητείας του. Κι ύστερα, ο σαμουράι συνοφρυώνεται και ξαναρχίζει. Ο Σίσυφος παίρνει μια βαθιά αναπνοή και κατηφορίζει πίσω από την πέτρα του. Ο σαμουράι γονατίζει, προσμένοντας πάλι τη βροχή.
Δεν ξέρουμε αν πρόκειται για μια νέα αρχή ή για την επιστροφή στην ίδια εσωτερική παγίδα. Αν ο κύκλος είναι φαύλος ή «άφαυλος». Ξέρουμε μόνο πως όσα έμαθε ο σαμουράι δεν τον οδήγησαν σε μια οριστική σοφία. Ο σαμουράι του Κολτσίδα δοκιμάζεται, αναθεωρεί κι επανεκκινεί διαρκώς. Από την ίδια αφετηρία ή από καλύτερη θέση;
ΕΠΙΜΥΘΙΟ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΑΜΟΥΡΑΙ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ
Το «Η καρδιά του σαμουράι» είναι ένα βιβλίο όπου κάθε λέξη έχει τον ρόλο της και το τελευταίο ποίημα, παρά την κυκλικότητα της σύνθεσης,φωτίζει αναδρομικά ολόκληρο το έργο. Γυρίζοντας σπίτι μου ένα άλλο βράδυ με τα πόδια, με τη σκέψη μου στο βιβλίο αυτόπου μόλις είχα διαβάσει, συνειδητοποίησα πως ο Κολτσίδας έγραψε για έναν σαμουράι που μαθαίνει την αυτοσυγκράτηση. Αλλά παράλληλα έγραψε και με την αυτοσυγκράτηση που αποδίδει στον σαμουράι του.









