ΠΟΙΟΣ ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ

Με ρωτούν, με ρωτούν
όμως η απάντηση είναι προφανής.
Είμαι ο Κανένας
και εις τα ώτα του αόμματου Κύκλωπα
κράζω το όνομά μου.
Κανείς ήρθα, κανείς έφυγα.
Όσοι μου θύμωσαν
δε με είδαν ποτέ.
Η ανυπαρξία μου παρηγόρησε την επιθυμία τους
να με κατασπαράξουν.

ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΛΩΤΟΦΑΓΩΝ

Αφού γουρζουλιαστήκαμε τους τρυφερούς λωτούς
με τα ζουμιά στα μάγουλα, τις τρίχες
και τα νύχια
τα είχαμε ξεχάσει όλα:
τα λεφτά που βουτήξαμε απ’ το ταμείο
τα παιδιά που υποβάλαμε σε διαζύγια
το τομάρι μας που βάλαμε πρώτο.
Το μόνο που θυμόμασταν:
δε φταίξαμε πουθενά.

Η ΚΙΡΚΗ

Καθώς έτριβε το κορμί της πάνω μου
άρχισα να καλοβλέπω τις λάσπες.
Ίσως έλυνα έτσι το πρόβλημα
του ταξιδιού μου.
Να συμφιλιωνόμουν με ό,τι υπάρχει σε αφθονία
ζητώντας απ’ τη μάγισσα να με μεταμορφώσει.