Άνθρωπος και ποιητής

 

Εξήντα τέσσερα ποιήματα, δομημένα συμβολικά με πτωτική κατεύθυνση –όπως και η πορεία της ζωής– σε τρεις ενότητες, «Χοροστάσι του ήλιου», γέννηση «Θραύσματα», ζωή και «Πορεία στην νύχτα», θάνατος.

Η καθοδική τάση μετουσίωσης του ανθρώπου μέσω του θανάτου. Είναι ο τρόπος κατάκτησης της θέωσης, του απώτερου σκοπού του όντος κατά την Ορθόδοξη παράδοση. Είναι η σχέση συνέχειας του ανθρώπου μετά την έκπτωση (εσωτερική αιτία) και την έξοδο (εξωτερικό αποτέλεσμα) από τον παράδεισο. Είναι η πορεία της τελείωσης από το Α ως το Ω. Είναι η πτωτική κατεύθυνση της προσφοράς αλλά και η εκτόνωση της συναισθηματικής ενέργειας, που, κατά τον Φρόιντ, θεωρείται ένας υγιής τρόπος επίλυσης των ψυχολογικών δυσχερειών, η οποία σε άλλες αμυντικές ενέργειες όπως η άρνηση σπαταλιέται.

Εξήντα τέσσερις ποιητικές αναζητήσεις, προσφορές. ασκήσεις θάρρους, εικόνες, ικεσίες αντιδράσεις αποδόσεις τιμής, δεήσεις, που ακολουθούν την πορεία της σκέψης και της ζωής από το Α στο Ω, όπου Α= το πρώτο φως, η πηγή και Ω= το έσχατο, ο προορισμός.

Το Ω είναι το συμβολικό τέλος, πνευματική ολοκλήρωση, παραχώρηση, αιωνιότητα, απόλυτο), παρατίθεται με τον τίτλο ως λογοπαίγνιο, για να σηματοδοτήσει την υπέρβαση, το πέρασμα δηλαδή στην κατάσταση της τελειότητας,μέσω της υπερ-δοτικότητας, (πτώση δοτική). Η σχέση ευγενούς προσμονής, που οδηγεί στην πτώση του υπερ-δοτικού, είναι η αυθόρμητη και ανιδιοτελής παραχώρηση για έναν ιερό σκοπό, όπως η πίστη, η αγάπη ή ο έρωτας. Σημειολογικά είναι το κλείσιμο που ματιού, ο τερματισμός πορείας του κύκλου, η ύψιστη κατάσταση πληρότητας.

Το πρώτο ποίημα, «Μας δόθηκε», (σελ.13), «για να χορωδούμε στους μουσικούς της φθόγγους/ τις κλίμακες του Θεού». Είναι η εισαγωγή της συλλογής και εξηγεί τον τρόπο που ο ίδιος ο ποιητής βλέπει την ουσία της ποίησης. Με αυτή ο άνθρωπος διαβάζει κατανοεί «το δυσανάγνωστο της ανθρώπινης μοίρας» και γράφει στο «ανερμήνευτο της αιωνιότητας», οδηγούμενος από το «ανεκλάλητο της αγάπης, (σελ.13). Το λογοπαίγνιο (των λέξεων) αιτιολογεί τα ανεξήγητα της προέλευσης του ανθρώπου, μεταξύ πτώσης και εκπεπτωκότος, χρησιμοποιώντας τη δοτική τόσο ως πτώση όσο και ως αντίληψη, προσφορά ή κατάσταση.

Η ποίηση ρουφάει το βίωμα από τα κατάβαθα του εμπνευστή της και σαν ελκυστής απλώνει τη γνώση με τα μαγνητικά πεδία του, (σελ.14). Εξηγεί τη γένεση του ποιήματος, αναλύει με «ένστικτες φωτοσκιάσεις τις επιθυμίες του ίδιου του δημιουργού καιερμηνεύει τις ανάγλυφες εντυπώσεις των άλλων, (σελ.15).Ο ίδιος ο ποιητής απευθύνει επικλήσεις, που προσεγγίζουν την αρχαία ποίηση ως θεά, και καταδεικνύουν την λατρεία του γι’ αυτή. Μία ωδή στο αέναο σε δεύτερο πρόσωπο, της αμεσότητας. Για το κάλος, την ψυχή, τη σκέψη, την ευγένεια, το άφατο φάος. Άλλοτε ζητά συμβουλές από τη θεά για να διαμορφώσει τη συμπεριφορά του και άλλες την προστάζει απελπισμένος μπροστά στην μικρότητά του να εκφράσει το ανέκφραστο, να ξεπεράσει την μικρότητά του και να επικοινωνήσει με την αιωνιότητά της (σελ.16-17).

Ο λυρισμός έκδηλος στον στίχο μεταφέρεται μέσα από την γλυκύτητα της φύσης και σκηνές που βίωσε στη νιότη του και τον ακολουθούν ως αναμνήσεις (σελ.18). Ευρηματικές οι παρομοιώσεις του για τη μεταφορά του συναισθήματος από εικόνες που η εσωτερική ζύμωση μεταφέρει αυτούσιες (σελ.19). Σημαντική και η επιρροή της λαϊκής παράδοσης στον στίχο (σελ.20). Αφυπνίζεται ο έσω κόσμος και το βίωμα εντάσσεται σε στίχο άλυκο εξυμνώντας το «ιερό θάμβος της ζωής». Η συμβολή της φύσης εξακολουθεί να στηρίζει το λυρικό στοιχείο που η ερωτική διάθεση δημιουργεί (σελ.21).

Στην αντίπερα σκέψη, ο χρόνος στήνει αυτοβιογραφικά παιχνίδια έλλειψης. Η σιωπή αντικαθιστά το τραγούδι, της χαράς. Όσο οι μακρινές σκιές των αγαπημένων μορφών ζητούν άσυλο παρηγοριάς τόσο η μνήμη γίνεται αμείλικτη. Η βαριά πόρτα της συνδράμει στην αυτοσυντήρηση με την εθελούσια λήθη. Οι νύχτες παγερές ασπρίζουν τα μαλλιά αφήνοντας το χρόνο να περνάει ανενόχλητος. «Το δέρμα των παιδικών ονείρων» χαράσσεται από την ανησυχία του αναπόφευκτου γήρατος. Τη νύχτα ο φόβος μεγαλώνει. Εδώ, η σιγή περιγράφει την έλλειψη και η ανάμνηση την απώλεια του πολύτιμου. Ο απολογισμός ελλειμματικός. Η μεγαλοπρέπεια του θεϊκού στοιχείου μεταφέρεται με ένα κεφαλαίο γράμμα στη λέξη «Εσένα».  Αδυναμία η αναπόληση του ατόμου που έφυγε πριν το γήρας του (σσ.22-25). Εξαιρετικά τα δύο εξάστιχα ποιήματα «Ματωμένα φτερά» και «Έγκλημα καθοσιώσεως» (σσ.26,27). Στο ποίημα «Αρματοδρομίες» (σελ.31), αναδεικνύεται το έθος της προστασίας του αδύνατου με φιλοσοφικές συνέπειες.

Το ερωτικό στοιχείο στην ποίηση του Κωνσταντίνου Γεωργίου, αναπλάθεται με πάθος, γυμνά σώματα, ηδονή, πόνος, σιωπές, μοναξιά (σσ.28,29). Τα δύο επόμενα ποιήματα είναι αφιερωμένα στην Μάτση Χατζηλαζάρου και στον Ανδρέα Εμπειρίκο, το ζευγάρι των ποιητών που έμειναν στην ιστορία για τον μεταξύ τους έρωτα και την πρωτοποριακή για την εποχή ποίησή τους. Στο πρώτο από τα δύο είναι ενδιαφέρουσα η μεταφορά, με τη χρησιμοποίηση της συμπεριφοράς ενός καρπού (φρούτο καλοκαιρινό) στη φύση και της αντιμετώπισής του ως ερωτικό αιτιατό. Στην ποιητική λογική απεικόνισης του λόγου συνδυάζει την έμφαση στο συναίσθημα του ρομαντισμού και την νεωτερική αποδομητική έκφανση της ντανταϊστική ςαισθητικής αναρχίας (σσ.32-33). Η παρεμβολή του δεύτερου εν είδει πεζοποιήματος συμβολίζει και υπονοεί την ανάγκη του δημιουργού να εκφράσει την αναπαλλόμενη συμπεριφορά των υδάτων της ποίησης (σελ.34-35).

Το ποίημα «Ναυάγιο» (σελ.36), είναι η παραβολική αφηγηματική απεικόνιση –μέσω των ρημάτων– του κλυδωνισμού ενός έρωτα, που συμβολίζεται με πλοίο, το οποίο ναυαγεί. Σηματοδοτείται η ενσυναίσθηση, με την έκφραση του πάθους και των συναισθημάτων του πάσχοντος, μέσω των ρημάτων. Συνήθως, η απεύθυνση του δημιουργού σε δεύτερο πρόσωπο πολλές φορές σηματοδοτεί το ερωτικό αντικείμενο του πόθου. Τα πεζά ποιήματα του Κωνσταντίνου Γεωργίου αναπτύσσονται αρμονικά μέσα από λυρικές εκφάνσεις και άμεσες μεταφορές. Αυτές αποδίδουν τα συναισθήματα με τις πραγματικές διαστάσεις τους, ενίοτε με χρησιμοποίηση στοιχείων της φύσης και προσωπικούς διαλόγους, ανεξαρτήτως της διάρκειας ή του αριθμού των στίχων, το δεύτερο ενικό πρόσωπο, της αμεσότητας, ή το πρώτο πληθυντικό της συμπερίληψης. Το ατομικό (Εγώ) και το συλλογικό (Εμείς) συμπορεύονται παράλληλα, εναλλάσσοντας τις θέσεις τους (σελ.37-62).

Ο χρόνος είναι σχετικός στην ποίηση. Στα ποιητικά του «Θραύσματα»του Κωνσταντίνου Γεωργίου είναι ειδικά συμπυκνωμένος και υπονοείται συμβολιστικά, όπως στα όνειρα (σελ.62). Εξαιρετικό δείγμα μεταφορικής αποτύπωσης του ρεαλισμού το ποίημα «Εσχάτη προδοσία» (σελ.63). Ο δημιουργός χρησιμοποιεί το ανεξάντλητο της αγάπης ως αντίδοτο στον αγώνα της εφήμερης ευημερίας. Ο συμβολισμός οδηγεί στην στρατηγική της ελευθερίας από τα δεσμά του υλισμού. Βαθιά φιλοσοφημένο επιχείρημα-άποψη περί της ανάγκης του τίποτα, της ουτοπικής δηλαδή ανάγκης των υλικών αγαθών (σελ.64). Σημειολογικά, όσον αφορά στα συναισθήματα, το χαμόγελο διαχέεται ανάμεσα στον πόνο και στη χαρά της απελευθέρωσης από τα γήινα. Το ζητούμενο είναι και το ουσιαστικό. Το άυλο δεν εγκλωβίζεται στο φθαρτό παρά μόνο για ελάχιστο χρόνο. Και αυτό γίνεται για την τελείωση (σελ.65).

Το κάθε δημιούργημα είναι χάρις και η χάρις, όπως σημαίνει η λέξη, παραχωρείται. Δεν επινοεί, αποτυπώνει ουσιαστικά την έμπνευση από το Υπέρτατο, το οποίο δίνει ζωή, στο ανολοκλήρωτο γέννημα, ώστε το αιτιατό να έχει τη δυνατότητα να το προσεγγίσει ως αίτιο. Δηλαδή, ως έναν –κατ’ εικόνα και ομοίωση– εν δυνάμει δημιουργό. Ως εκ τούτου οποιοδήποτε άλλο απότοκο αποτύπωμα είναι ατελές (σελ.66). Ο Κωνσταντίνος Γεωργίου πραγματεύεται, σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, τον αέναο αγώνα του ανθρώπουγια τη ζωή, που δεν ελέγχει (σελ.68).

Στο ποίημα «Ετεροχρονισμός»  (σελ.69), μέσα σε πέντε στίχους συγχωρείται η «μοναδική» αμαρτία: να πας κόντρα στην εποχή. Συμβολιστικό ποίημα που κάποια χρώματα υπονοούνται σαν ανομολόγητες αμαρτίες. Κι επειδή το χιόνι φανερώνει και την άδολη αγάπη και τον θάνατο, η αμυγδαλιά προσφέρει τα άνθη της λευκά για να μπορέσει η πράξη να χαθεί ανάμεσά τους, σαν το ροζ της ντροπής που δεν κρατάει για πολύ. Βαθιά συμβολικό ποίημα. Όλες αυτές οι σκέψεις και οι εκδοχές έρχονται σαν απολογισμός στη μεστή ηλικία, εξ ου και ο τίτλος.

Όταν οι τίτλοι αναφέρονται σε έννοιες, ο στίχος γίνεται αποφθεγματικός, διδακτικός, μερικές φορές και καθοδηγητικός (σσ.70,71). Κάποιοι από αυτούς εξελίσσονται σε βαθιά κρυπτικούς, μέσα από αστείρευτο λυρισμό, που δεν υπερισχύει μιας προσπάθειας δογματικής εγκράτειας (σελ.72). Ωστόσο, παρότι αναγνωρίζουμε μία ποίηση βιωματική, ποτισμένη από έντονο συναίσθημα, αρκετές φορές αιμάσσουσα,  διακρίνουμε καθαρά πως είναι απαλλαγμένη από το άγχος της μεμψιμοιρίας, (σελ.73). Οι έννοιες αποτυπώνονται αλληγορικά. Η γραφή αναπτύσσεται λιτά, συνοπτικά και αφαιρετικά. Ο στίχος δωρικός, καθαρός και ουσιαστικός. Το ποίημα «Ακηδεία (+)», (σελ.74), αποδεικνύει τις εκτιμήσεις του πόνου αλλά και της, μέσω του θανάτου, αποδέσμευσης από αυτόν, σε αντίθεση με τα δύο προηγούμενα ποιήματα, όπου προβάλλονται τα χρώματα. Δεν είναι μία τακτοποίηση έντονου συναισθήματος, είναι μία καταγραφή της πραγματικότητας, (σελ.75).

Ταυτόχρονα ο δημιουργός χρησιμοποιεί δοκιμασμένες οδούς για να προσχωρήσει στην αποστασιοποίηση (σσ.76,77). Όπως στις δογματικά «απεγνωσμένες» ψηφίδες με τις εγκαυματικές έννοιες της ηδονής, του έρωτα, της σάρκας, του βάρους της αγάπης (σσ.78-79). Ο Κωνσταντίνος Γεωργίου χρησιμοποιεί λογοπαίγνια για να προστατέψει το συναίσθημα, που κοχλάζει αίμα κόκκινο στον στίχο του.

Στο τρίτο μέρος, μέσα από μία «πορεία στη νύχτα», συγκρίνεται η σχέση γέννησης και θανάτου, η επώαση της μήτρας, το πρώτο σκίρτημα της ζωής και η τελευταία ανάσα, το έσχατο «οχυρό του ονείρου» (σσ.83-85). Είναι φανερή η επαγγελματική γνώση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και η «καταγγελτική» στάση (θα μπορούσε να πει κανείς, αντίδραση) στην ανυπαρξία του σήμερα. Στον αντίποδα, τα σημεία των καιρών συλλέγουν το κόκκινο είτε σαν ρέον αίμα είτε σαν λειωμένη ντομάτα, ζωγραφίζοντας συνθήματα στους τοίχους και συναισθήματα στους στίχους (σσ.86-94). Σημειώνεται η εμφατική επανάληψη των λέξεων στο ποίημα «Αποτίμηση» –επάξια επιλεγμένος τίτλος  (σελ.91).

 

 

 

Τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Γεωργίου είναι φανερά επηρεασμένα από την Ελλάδα και το φως της, τα λιόδεντρα και τα λιθάρια, τη θάλασσα και τα μάρμαρα. Μιλούν στον αναγνώστη χωματίζοντας εικόνες και αποτυπώνοντας συναισθήματα. Δείχνουν τη χαρά, την ελπίδα αλλά και την απογοήτευση για τις ευγενείς προσμονές που δεν κατάφερναν να γίνουν τώρα (σελ.95). Το κόκκινο χρώμα, θυσία και πληρωμή της ιστορίας και των αγώνων της, απαντάται με διαφορετικές μορφές και ιδιότητες. Χαρακτηρίζει διαθέσεις και καταστάσεις άλλοτε της ελπίδας, της χαράς και της αγάπης και άλλοτε του τέλους και του θανάτου. Όπως και να έχει ο συμβολισμός του χρώματος επιστρέφει στη γη άλλες φορές σαν στόλισμα, ολάνθισμα, και άλλες σαν αφαίμαξη της πηγής της ζωής (σελ.96).

Στα δύο προτελευταία ποιήματα «Η στιγμή της αγάπης» (σσ.97-99) και «Το κόκκινο που μας πνίγει», (σσ.100-103), στοιχίζονται με το προηγούμενο («Καθρέφτης», σελ.96), σαν νεότητα, ελπίδα, ζωή, μέλλον, όνειρο αλλά και σαν απολογισμός για όσα δεν κατάφεραν να πραγματοποιηθούν. Το πρώτο είναι ποίημα γενικό της ζωής.Ένα τρυφερό μανιφέστο της αγάπης, που γράφτηκε για να στηρίζει τα όνειρα των απογοητευμένων του αγώνα και να θυμίζει πόσο η ματιά διαφέρει ανάλογα τη θέση του ανθρώπου και τα χρόνια του. Γιατί, με άλλη θέρμη θα φανταστεί ο νέος τη συνέχεια κι ο γέρος με άλλη θ’ αναμετρηθεί με ό,τι δεν κατάφερε.Το δεύτερο, αφιερωμένο στον Γιάννη Ρίτσο, είναι ένα πεζοποίημα εμπνευσμένο από άλλες εποχές ανάγκες και όνειρα. μιας ποίησης της αθώας νιότης που σταυρώθηκε για να αποδείξει ότι οι αγώνες της δεν θα πήγαιναν χαμένοι. Και παντού το κόκκινο άλλοτε έρωτας, άλλοτε αίμα που κοχλάζει.

Το τελευταίο ποίημα της συλλογής, «Το τραγούδι της ζωής», (σσ.104-105) με την αφιέρωση «στον Κωνσταντίνο μου», δρα και σαν επίλογός της. Με το «μου» όχι κτητικό αλλά της ευχής. Η ευχή προστατευτική σκέψη από τον πατέρα στον γιο. Ένα έμμετρο ποίημα πλημμυρισμένο με αγάπη. Το εκ βαθέων συναίσθημα μεταφέρεται αυτούσιο λυρικά, από στίχο σε στίχο, με μπούσουλα το δημοτικό τραγούδι. Η συλλογή του Κωνσταντίνου Γεωργίου συνδυάζει την έμφαση στο συναίσθημα του ρομαντισμού, την υπαινικτική γλώσσα του συμβολισμού, την εξερεύνηση του ασυνείδητου του υπερρεαλισμού, την νεωτερική έκφανση της φουτουριστικής αισθητικής και αναρχίας. Πρόκειται για μία ποιητική απεικόνιση του λόγου, (σσ.32-33) με την οποίαο δημιουργός συντηρεί προστατευτικά το έργο του, «κάτω από το βάρος των ασύνορων βλεμμάτων», (σελ.34).

Γιατί, αν μπορείς με το μικρό παιδί να γίνεις μικρός, αν μπορείς με τον γέροντα να γίνεις σοβαρός ή αν μπορείς να χαρείς στη χαρά και να κλάψεις στη λύπη του άλλου τότε είσαι και άνθρωπος και ποιητής[1].

 

 

[1]Απόσταγμα λαϊκής σοφίας και προφορικής παράδοσης