Άλλος τρέχει με την καρδιά στα γόνατα
κι άλλος σφυρά μ’ ένα στήθος σπασμένο:
είδε ένα όνειρο
μια νύχτα του καύσωνα
ένα τοτέμ ζωντανό
μια ινδιάνικη χίμαιρα
με φτερά ανεμιστήρα.
Ένας ρίχνει δυο ζάρια μετέωρα
στα κουτιά ενός ταμπλό ταχυπαλμίας
κι ένας στου ιδρώτα το σύννεφο
ξύνει μπλουζ στη χορδή απελπισίας:
μα αυτός
είδε όνειρο
αποδομημένη Αθήνα
με τα δώματα ανάποδα
τα ισόγεια να καίνε στον ήλιο.
Πού είστε, γείτονες;
Πού είστε, φίλοι;
Ποιος έχει μείνει πια σ’ αυτήν την συνοικία;
Είδε ένα όνειρο, όνειρο
σαν βροχή των αστέρων
κι ήταν το πρόσωπό του
ένα πρόσωπο ξένο και άγνωστο
παραμορφωμένο σαν πρίσμα
σε ρωγμές, τεθλασμένο
με τ’ αριστερό του χέρι του κράδαινε το λαιμό
τούτο τ’ άγνωστο πρόσωπο
τον έπνιγε -θα τον σκότωνε ίσως;-
με τ’ αποδομημένο του χέρι
το ινδιάνικο πρόσωπο
με τα δόντια στο μέτωπο
κι όταν τα φώτα σιγόσβησαν
και τα ράδια σωπάσαν
κι αυτός ξυπνούσε απ’ το όνειρο
αυτός ο στραγγαλισμένος,
του είπε:
αυτός ο κόσμος που μοιάζει στον κόσμο σου
είναι απλώς άλλος κόσμος









