Η Βασιλική μεγάλωνε τρία παιδιά μόνη της. Την μεγάλη μου αδελφή, δώδεκα χρονών τότε, εμένα, λίγο μικρότερο, και την μικρή μου αδελφή, που ακόμα δεν είχε κλείσει ένα χρόνο. Ο πατέρας μου είχε φύγει κρυφά για τον Πειραιά· λαθρεπιβάτης σε ένα μικρό εμπορικό πλοίο που αναχώρησε νύχτα από το λιμάνι της Καλαμάτας. Έφυγε κυνηγημένος για να γλυτώσει τη σύλληψη και την εκτέλεση.
Στην ίδια πόλη ζούσε και η γιαγιά μου με τον γιό της, αλλά η μάνα μου δεν ήθελε και δεν ζητούσε βοήθεια. Δεν είχε λεφτά· είχαμε όμως ψωμί, αυγά από τις κότες μας και γάλα από την κατσίκα. Δεν πεινούσαμε. «Εγώ τα’ κανα, εγώ θα τα μεγαλώσω» έλεγε εννοώντας εμάς. Έτσι ήταν η μάνα μου. Αυτή ήταν η φιλοσοφία της. Αυτό μας έλεγε: «Μόνοι σας, μη ζητάτε βοήθεια από κανένα και να μη δεχόσαστε τίποτα». Αυτό δεν το καταλάβαινα, αλλά το τηρούσα. Μου έδινε ο θείος μου γλυκό κι εγώ έλεγα «Δεν θέλω θείε, έχω φάει», ενώ μου τρέχανε τα σάλια. Αυτό τον κανόνα ζωής που τήρησα τότε, στα χρόνια του φόβου και της απελπισίας, ήταν εύκολο να το κάνω και στην υπόλοιπη ζωή μου. Δεν το μετάνιωσα. Μου έδωσε ένα αίσθημα ανεξαρτησίας και ανωτερότητας έναντι των άλλων, που δεν αντέχουν την στέρηση.
Όταν δυσκόλεψαν ακόμη περισσότερο τα πράγματα και φοβόταν για την ζωή μας, η μάνα μου αποφάσισε να φύγουμε από την μικρή μας πόλη και να πάμε στο Στρέφι, ένα μικρό χωριό, όπου είχαμε την σταφίδα μας. Πήγαμε με τα πόδια, τραβώντας την κατσίκα με ένα σχοινί και με δυο κότες σ’ ένα καλάθι. Εκεί, στο χωριό, είχαμε τα πάντα. Ένα δωμάτιο από πλίθες, λιόπανα για σεντόνια, νερό από μια μικρή πηγή στο διπλανό ρέμα και φαγητό όσο χρειαζόμαστε· μας έλειπε, όμως, το ψωμί γιατί δεν είχαμε ούτε αλεύρι, ούτε φούρνο.
Η μάνα μου προσπαθούσε να κρύψει την αγωνία της για την τύχη του πατέρα, αλλά κάθε τόσο την άκουγα να μουρμουράει «Πού να είναι τώρα; Να ζει; Τον βρήκε τον Θανάση;» Ο Θανάσης ήταν αδελφός του πατέρα μου, που ζούσε στην Αθήνα. Όλο εκείνο τον καιρό μια φορά μόνο είδα την μάνα μου να δακρύζει, όταν κρατούσε αγκαλιά την αδελφή μου και της χτένιζε τα μαλλιά, λέγοντας «Μη κλαίς, κορίτσι μου, ο μπαμπάς σου είναι καλά, είναι με τον αδελφό του, τον θείο σου τον Θανάση».
Το κλάμα της αδελφής μου σταμάτησε απότομα, όχι από τα λόγια της μάνας, αλλά από την δυνατή φωνή ενός νεαρού που περνούσε από τον χωματόδρομο και με ένα χωνί στο στόμα φώναζε: « Γερμανοί στο χωριό. Φύγετε ή κρυφτείτε. Έρχονται Γερμανοί». Η μάνα μου πετάχτηκε αμέσως, γέμισε μια πάνινη σακούλα με όση σταφίδα βρήκε, άρπαξε το μωρό στην αγκαλιά της και λέει, σιγά, στην αδελφή μου: «Πιάσε τον αδελφό σου από το χέρι και τρέξτε μπροστά». Την ίδια στιγμή ένα τσούρμο συγχωριανών, καμιά πενηνταριά άτομα, φάνηκαν να προχωρούν βιαστικά ακολουθώντας τον νεαρό με το χωνί. Τρέξαμε· εγώ με την αδελφή μου μπροστά, πίσω μας η μάνα μου με το μωρό αγκαλιά. Τρέχαμε προς το επόμενο χωριό, ήταν η Στέρνα, καμιά ώρα μακριά με τα πόδια.
Στην άκρη του χωριού περνούσε ένα ποτάμι που, λίγο πιο κάτω, χυνόταν στον Πάμισο. Είχε μεγάλο άνοιγμα, λίγο νερό, αλλά μεγάλη βλάστηση στις όχθες του. Είχε και μια μεγάλη γέφυρα, μεγάλη που φαινόταν τότε, και τρέχαμε να περάσουμε στην άλλη πλευρά χωρίς κανείς να ξέρει γιατί. Απλώς, τρέχαμε για να σωθούμε. Εκεί στην άκρη της γέφυρας μου κόπηκε η ανάσα, είχα λαχανιάσει, δεν άντεχα άλλο και σταμάτησα. Η αδελφή μου, με την φόρα που έτρεχε, με παρέσυρε χωρίς να το θέλει, έπεσα κάτω και έσκισα το γόνατό μου πάνω σε μια κοφτερή πέτρα. Το αίμα άρχισε να τρέχει, αλλά δεν σταμάτησα, μόνο βλαστήμησα τους Γερμανούς, «Τους κερατάδες, τί τους κάναμε;» είπα κλαίγοντας και συνέχισα το τρέξιμο.
Μόλις περάσαμε στην άλλη όχθη του ποταμού, άλλοι πήγαν από δω, άλλοι από κει και άλλοι προχώρησαν προς την πλατεία του χωριού. Η μάνα μου και μερικοί ακόμη προτίμησαν να στρίψουν αριστερά και να κρυφτούν λίγο πιο κάτω, πίσω από τεράστιους θάμνους με πυκνό φύλλωμα, στην όχθη του ποταμού. Καθίσαμε χάμω σκυφτοί, αμίλητοι και τρομαγμένοι, περιμένοντας τους Γερμανούς να περάσουν και ελπίζοντας ότι δεν θα μας δουν. Άκουγα την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή από την τρεχάλα και τον φόβο. Καθόμουν ανάμεσα στη μάνα και στη αδελφή μου, που μου κρατούσε το χέρι. Η μάνα μου είχε τυλίξει την μικρή σε μια ελαφριά κουβέρτα και την είχε ακουμπήσει πλάι της για να κοιμηθεί. Είχαμε όλοι μουγκαθεί.
Σε λίγο ακούσαμε από μακριά τον αχό από τον βηματισμό των Γερμανών, που πλησίαζαν στην γέφυρα. Εκείνη την στιγμή άρχισε να κλαίει το μωρό μας, η μικρή μου αδελφή. Τρομαγμένη η μάνα μου τη πήρε αμέσως αγκαλιά και την κουνούσε πέρα δώθε για να ηρεμήσει και να κοιμηθεί. Το μωρό συνέχισε να κλαίει. «Μπορεί να πεινάει» είπε μια συγχωριανή που καθόταν δίπλα στην μάνα μου. «Καλά λες, έλα κοντά μου για να μη βλέπουν» είπε η μάνα μου, γύρισε στο πλάι και άνοιξε την μπλούζα της για να βυζάξει το μωρό. Το μωρό δεν ήθελε γάλα και άρχισε να κλαίει πιο δυνατά. Οι Γερμανοί πλησίαζαν, ακούγαμε καθαρά τον βηματισμό και βλέπαμε την σκόνη που σηκωνόταν, καφετί σύννεφο. Παρά τα γλυκόλογα και το κούνημα πέρα δώθε στην αγκαλιά της, το κλάμα του μωρού δυνάμωνε. Οι πρώτοι Γερμανοί στρατιώτες φάνηκαν στην γέφυρα. Η αδελφή μου συνέχιζε να κλαίει τόσο δυνατά που ήταν σίγουρο ότι θα την άκουγαν οι Γερμανοί. «Θα μας βρουν και θα μας σκοτώσουν όλους» είπε απελπισμένη η μάνα μου και έκανε να σηκωθεί για να φύγει μακριά, αλλά θα την έβλεπαν οι Γερμανοί. Κάθισε πάλι κάτω κι έκλεισε με την παλάμη της το στόμα του μωρού. Η γυναίκα που καθόταν δίπλα της είδε το προσωπάκι της αδελφής μου να μπλαβινίζει, να γουρλώνουν τα μάτια της, να κουνάει τα χεράκια της και να τινάζεται ολόκληρη.
«Μωρή κακούργα, θα πνίξεις το παιδί σου;» είπε τρομαγμένη και προσπάθησε να της τραβήξει το χέρι.
«Θέλεις να μας σκοτώσουν όλους;» είπε μάνα μου και έσφιγγε το χέρι της πάνω στο στόμα της αδελφής μου.
Εκείνη την στιγμή, που οι στρατιώτες περνούσαν την γέφυρα, ο νεαρός με το χωνί φώναξε με ενθουσιασμό: Είναι Εγγλέζοι, είναι Εγγλέζοι!
Τότε είδα για πρώτη και τελευταία φορά την μάνα μου να κλαίει με λυγμούς, να σφίγγει το μωρό στην αγκαλιά της και να λέει ασταμάτητα «Κορίτσι μου, κορίτσι μου, τι πήγα να κάνω η κακούργα».
Σε λίγο, η μικρή πλατεία του χωριού είχε γεμίσει με κόσμο. Οι Εγγλέζοι στρατιώτες έστησαν τα όπλα τους σε μιαν άκρη σε σχήμα πυραμίδας και άρχισαν να μοιράζουν γαλέτες και κονσέρβες. Ο καφετζής, ο Άγγελος Αγγελόπουλος, έφερε έξω ένα τεράστιο καρβέλι ψωμί και το μοίρασε, κομμάτι-κομμάτι, σ΄ όλους. Άλλοι έκλαιγαν, άλλοι γελούσαν, αλλά ήταν όλοι χαρούμενοι με εκείνη την εκρηκτική χαρά που νιώθεις όταν ξαφνικά η απελπισία γίνεται ελπίδα. Μόνο εγώ έκλαιγα από φόβο γιατί, έτσι όπως είχαμε ανακατευτεί μέσα στο πλήθος, δεν έβλεπα πουθενά την μάνα μου. Με πήρε η αδελφή μου και με έβαλε να κάτσω σε μια πέτρα. «Κάτσε εδώ και μην κουνηθείς, πάω να βρω την μαμά», μου είπε και χώθηκε στο πλήθος. Φοβόμουν μόνος και χωρίς να πω τίποτα την ακολούθησα. Έψαξε σ΄ όλη την πλατεία, κι εγώ από πίσω, χωρίς να με βλέπει. Μετά από λίγη ώρα πήγε προς την εκκλησία και μπήκε μέσα. Μπήκα κι εγώ. Είδα την μάνα μου γονατιστή, με το μωρό στην αγκαλιά της, να κοιτάει, με δάκρυα στα μάτια, την εικόνα της Παναγίας, που κρατούσε τον μικρό Ιησού στα χέρια της, και να ψιθυρίζει: «Συγχώρα με, Παναγία μου, την κακούργα».
Δεν μπόρεσα να προχωρήσω πιο μέσα. Με είδε η αδελφή μου, με πήρε από το χέρι και βγήκαμε. Καθίσαμε σε μια μαρμάρινη πλάκα στο πλάι της εισόδου. Σε λίγο, με κοίταξε κάπως ανήσυχη:
—Για να δω το γόνατό σου. Πονάς;
—Όχι, μόνο είναι λίγο πρησμένο.
Έσκυψε να το δει. Μου χάιδεψε τα μαλλιά:
—Δεν έχει τίποτα. Καλά είναι. Μέχρι να παντρευτείς θα γιάνει. Καλύτερα, όμως, να το πλύνουμε. Πάμε στη βρύση.
************************
Ο Θεόδωρος Π. Λιανός γεννήθηκε στην Μεσσήνη Μεσσηνίας. Τελείωσε το Γυμνάσιο Χαλανδρίου και σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ). Συνέχισε τις σπουδές του (Master’s και Διδακτορικό) με υποτροφία στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας στις ΗΠΑ. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας (Davis) στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Virginia, στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας και στο Πανεπιστήμιο της Ιρλανδίας (Galway).
Είναι Ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ) στο οποίο είχε εκλεγεί πρύτανις για την περίοδο 1985-1988. Έχει υπηρετήσει σε διάφορες διοικητικές θέσεις του Δημοσίου τομέα. Ήταν πρόεδρος της Ολυμπιακής Αεροπορίας, του Πολυτεχνείου της Κρήτης, του ΔΙΚΑΤΣΑ, και του Κέντρου Προγραμματισμού και Ερευνών.
Έχει γράψει διδακτικά εγχειρίδια (μεταξύ των οποίων το βιβλίο Οικονομικών του Λυκείου, το οποίο διδάσκεται από το 1982 έως σήμερα), πανεπιστημιακά συγγράμματα, μελέτες και πολλά άρθρα σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Έχει επίσης δημοσιεύσει πλήθος άρθρων στον Ημερήσιο (ΒΗΜΑ, ΝΕΑ, Καθημερινή, Έθνος) και στον Περιοδικό Τύπο.
Ήταν υπεύθυνος έκδοσης του περιοδικού South-East Europe Journal of Economics και είναι μέλος της εκδοτικής επιτροπής του περιοδικού Journal of Population and Sustainability.
Είναι συγγραφέας δύο μυθιστορημάτων που έχουν δημοσιευθεί από τον εκδοτικό Οίκο Παπαζήση (Επίμετρο): Τα Ρολόι (2023) και Η Εξουσία του Κακού (2025).










Συγκινητικό……