Μία άτεγκτη κριτικη της ελληνικης κοινωνίας
Η ποίηση που μάς προσφέρει ο Ιωάννης Πανουτσόπουλος με την καινούργια ποιητικη συλλογη-του που τιτλοφορείται ΄΄Με ανοιχτο μπαϊράκι’’, και η οποία κυκλοφόρησε το 2024 απο τις εκδόσεις ΄΄Τόπος΄΄, συνιστα αφεαυτης μία άτεγκτη κριτικη της σύγχρονης ελληνικης κοινωνίας, με απώτερο στόχο ν’ αναδείξει τα στραβα και τ’ ανάποδα που μαστίζουν αυτη την κοινωνία, με την φαεινη ελπίδα ίσως και ευαισθητοποιηθουν κάποιοι και προβουν σε ριζικη διόρθωσή-τους.
Και αυτο το αμείλικτο «κατηγορω»-του γίνεται μέσα απο ένα ποιητικο λόγο σταράτο και τίμιο, που συνδυάζει το διανοητικο στοιχείο με την έντονη εικονοποιϊα, μεταφέροντας συνάμα μέσα-του την κραυγαλέα υπαρξιακη αγωνία-του και τον σαρκαστικο σπαραγμο-του.
Είναι σίγουρα λόγος πολυεπίπεδος, που θυμίζει άλλοτε το ποιητικο ύφος του Οδυσσέα Ελύτη, στο κορυφαίο έργο-του ΄΄Άξιον εστι΄΄, και άλλοτε το πεζογραφικο ύφος του Μακρυγιάννη, όπως το γνωρίσαμε μέσα απο τα ανεπανάληπτα ΄΄Απομνημονεύματα΄΄-του, καθως και το ύφος, το ήθος και τη ζωντάνια του Δημοτικου Τραγουδιου.
Είναι διαρθρωμένος αυτος ο λόγος σε μία καλοτυπωμένη σπονδυλωτη ποιητικη σύνθεση που ξεπερνα τις 90 σελίδες, δομημένη σε επτα ατιτλοφόρειτα μέρη, που ξεχωρίζουν με τη λατινικη αρίθμηση που τους έχει δώσει ο δημιουργος-της. Στο τέλος του κάθε μέρους, που είναι δοσμένο σε σχεδον πεζόμορφη γραφη, ακολουθει ένα ποίημα σε παραδοσιακη μορφη, δηλαδη με υπέροχη ομοιοκαταληξία, καθως και ένα μικρο κείμενο στο οποίο μνημονεύει ο ποιητης κάποια αξέχαστα γεγονότα που σημάδεψαν την παιδικη, την τρυφερη και χαριτωμένη, ηλικία-του, όταν ήταν μαθητης στο Δημοτικο Σχολείο, που είναι άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε δυσάρεστα.
Ακόμη, το κάθε μέρος αυτης της πολυεστιακης και πολυφωνικης σύνθεσης, ξεχωρίζει και απο ένα έγχρωμο, θαυμάσιο πίνακα, που όλοι έχουν δημιουργηθει, όπως φυσικα και ο πίνακας που κοσμει το εξώφυλλο,απο το χέρι του υπέροχου ζωγράφου Θανάση Σκρουμπέλου, ειδικα γι’ αυτη την πανέμορφη έκδοση!
Για να συγκινήσει, όμως, να ευαισθητοποιήσει, να συνεγείρει και προ πάντων για να φέρει με το μέρος-του το αναγνωστικο κοινο σε αυτη την προσπάθειά-του, σε αυτη την ειρηνικη επανάστασή-του, παραθέτει λεπτομερως και με ποιητικη μαστορια ότι έχει καταφέρει ο Ελληνισμος στη διαχρονικη πορεία-του, δηλαδη απο την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχη, ειδικα όταν αυτος βρίσκεται στις καλες στιγμες-του. Εννοω, όταν βρίσκεται σε εγρήγορση, σε ομόνοια, σε σύμπνοια, σε ομοψυχία και σε συνεργασία. Γιατι, για τον ίδιο, όπως τονίζει σ’ ένα στίχο-του (σ. 23) είναι «Στολίδι και καύχημα η δόξα των πατέρων-μας».
Παραθέτω ένα απόσπασμα:
Ούτε τα ενεστώτα αγνοω ούτε τα παρελθόντα μου διαφεύγουν
Ούτε σύμφωνος παραμένω μα ούτε τυγχάνω ενάντιος
Ολίγα γνωρίζω για τον Όμηρο αλλα η παραμυθία-του με νανουρίζει
Προσυπογράφω τις παραινέσεις του Σωκράτη
Ο τραχυς Λεωνίδας με ανδρειώνει στις κλεισούρες
Ο ανδρείος Μιλτιάδης με αποθρασύνει στην απλωσια
Τα ρήματα του Περικλη σφυρίζουν στα αυτια-μου σαν βόλια
Πρηνης αποφεύγω την έπαρση και οχυρος την αλαζονεία
Ολίγον κατ’ ολίγον λαφυραγωγω το ανέφικτο.
σ. 22
Αναδεικνύει, με άλλα λόγια, το δημιουργικο δαιμόνιο και το μεγαλείο του Έλληνα, όταν αγωνίζεται για την ελευθερία και την επιβίωσή-του, δηλαδη όταν καλείται σε δύσκολους καιρους να λύσει δυσεπίλυτα προβλήματα, πράγμα που καταφέρνει με θαυμαστη επιτυχία και, παράλληλα, υποδεικνύει και στιγματίζει την κατάντιά-του, όταν διακατέχεται απο μικροπρέπεια, προβαίνοντας σε απαράδεκτες και ακατανόητες συμπεριφορες, με αποτέλεσμα να οδηγείται στο διχασμο –αυτο το αθώρητο σαράκι που κατατρώει τους Έλληνες.
Ως εκ τούτου, η καινούργια ποίηση του Ι. Πανουτσόπουλου αφουγκράζεται πλέρια τον βροντώδη βηματισμο της ελληνικης Ιστορίας και πατώντας γερα πάνω στις μνημειώδεις κορυφογραμμες-της, προχωράει σταθερα στίχο με στίχο, ποίημα με ποίημα, σελίδα με σελίδα στην ποιητικη εξιστόρησή-της, εφαρμόζοντας την μέθοδο της ιστορικης αναδρομης.
Μεγαλύτερη έμφαση όμως στην εξιστόρησή-του δίνει στην ανεπανάληπτη επανάσταση του 1821, όπου ο μικρος και ανίσχυρος ελληνικος λαος, με τη βοήθεια μόνο της θρησκευτικης πίστης-του και της πελώριας ψυχης-του, τα έβαλε με μία πανίσχυρη αυτοκρατορία, κατορθώνοντας να αποτινάξει απο πάνω-του τη σκλαβια που τον βάραινε και η οποία κράτησε σχεδον τέσσερις αιώνες, κατορθώνοντας με μεγάλες θυσίες ν’ αποκτήσει την πανάκριβη ελευθερία-του.
Έχει, για να το πω διαφορετικα, με αυτη τη συλλογη-του, ποιητικοποιήσει, συστηματικα και πλατια, τη σύγχρονη ελληνικη ιστορία! Είναι, όμως, αυτος ο ιστορικος, (θα έλεγα και ο πολιτικος) προβληματισμος-του που τροφοδοτει τη λογοτεχνικη ευαισθησία-του και παράλληλα θεριεύει και τον αβάσταχτο πόνο-του. Γιατι, σύμφωνα με την επιγραμματικη διατύπωση του Fredrick Jamenson, «Ιστορία είναι ό,τι πονάει»! Ενω η αξέχαστη Μέλπω Αξιώτη, στην περίφημη Κάδμω-της, θα αποφανθει πως «η ιστορία συγκεντρώνει ό,τι εμεις οι ζωντανοι της δίνομε, μέσα στους χρόνους που διαβαίνουν».
Ως εκ του γεγονότος τούτου, διαπιστώνουμε πως κάποιες στιγμες, (ευτυχως ελάχιστες) αρχίζουν ν’ αμβλύνονται ή και να καταργούνται τα νοητα όρια ανάμεσα στα εμπλεκόμενα είδη γραφης, εννοω ανάμεσα στην Ιστορία, την πεζογραφία και την ποίηση, με αποτέλεσμα απο την ποίησή-του να χάνεται σημαντικο έδαφος. Εννοω να υποχωρει σε κάποιο βαθμο απο την τέχνη της ποίησης η ποιοτικη και αισθητικη ουσία, και έτσι ν’ αναδύεται στην επιφάνειά-της ένας έντονος αλλα βλαβερος διδαχτισμος.
Με αυτο τον τρόπο όμως, μάς δίνει στίχους σκληρους και αιχμηρους, φορτισμένους όμως με πατριωτισμο, που μοιάζουν με εγερτήριο σάλπισμα, κυρίως για αναδίπλωση, ανασύνταξη και πρόσω ολοταχως. Είναι στίχοι που ξεπηδουν απο μέσα-του σαν πυρακτωμένα βέλη! Στίχοι που πηγάζουν κατευθείαν απο την ψυχη-του, όπως το καχλαστο νερο ή, καλύτερα, την αδάμαστη φωτια που απειλει να κάψει τα πάντα στο πέρασμά-της.
Δίνω στη συνέχεια ένα μικρο απόσπασμα με εγερτήριους στίχους στο οποίο είναι αισθητοι και κάποιοι απόηχοι απο την φωνη του Ανδρέα Κάλβου:
Ελάχιστα μετα το χάραμα και όταν η ήττα δείχνει ολοσχερης.
Μη σκιαζόμαστε ωρε Έλληνες
Ας ανυψώσουμε τη ρομφαία τη δίστομον την οξεία
Ας σκεπάσει η φωνη-μας τον αλαλαγμο των τυράννων
σ. 66
Η αυστηρη κριτικη του Ι. Πανουτσόπουλου, βέβαια, δεν περιορίζεται μόνο σε ότι αφορα την ελληνικη κοινωνία. Βαράει αμείλικτα και όσους ερωτοτροπουν παράφορα με την ξενομονία, η οποία απειλει την παράδοση και τον πολιτισμο-μας, τις κοινωνικες αξίες και τις αντιλήψεις-μας, θέτοντας στο περιθώριο σημαντικες κατακτήσεις-μας. Γράφει:
Κυκεώνας αιτημάτων απορρυθμίζει την εθνικη δυσπραγία
Τινα υποχείρια επιμένουν να στολιστουν με ξένα καλλωπίσματα
Δημαγωγοι και ρήτορες ξιφουλκουν για το προνόμιο της εντοπιότητας
Πληρεξούσιοι του Ολύμπου και του Βερμίου μεταλαβαίνουν την κενοδοξία-μας
Απο ποια κορφη να αγναντέψω τα στενα και απεριόριστα όρια
Της εντος και πέραν του Ισθμου πατρίδας;
σ. 64
Ιδιαίτερα, και με περισσότερο πάθος, κατακρίνει αυτους που απερίσκεπτα και απαράδεκτα κακοποιουν την χιλιόχρονη ελληνικη γλωσσα, όταν ανεύθυνα και άκαρδα πληγώνουν το πανάρχαιο σώμα-της, καρφώνοντας εντος-του ξένες λέξεις ή και ολόκληρες φράσεις, σε αντίθεση με τον ίδιο που πασκίζει για την αναζωογόνησή-της, εμπλουτίζοντάς-την με ωραίες λέξεις, που είναι όμως ξεχασμένες εδω και καιρο και, κατα συνέπεια, άγνωστες στο πλατυ κοινο. Λέξεις «λυγερόκορμες», όπως τις χαρακτηρίζει, γεμάτες με «μνήμη, κοφτερες και αμφίστομες», όπως π.χ. εξωλέστατο, λιογκάρι, ημερόβιοι, δρεπανίζουμε, φερέοικοι, αγροκήπιο, πιπερίζει, πιλαλάει, φενακίζει, νυχτοπορω, αναμερίζουμε, ταλαμπούζα, ανεμάρι, σιμωτινα, ροβολάω, ζηλούμια!
Κάποιες στιγμες, μάλιστα, για να κακίσει και να χλευάσει αυτη την κατακριτέα συνήθειά-μας, κυρίως για να την ενοχοποιήσει, δεν διστάζει να μεταφέρει και ο ίδιος, όμως με περιπαικτικο τρόπο, στο ποιητικο κείμενό-του τέτοιες ξένες λεξεις, όπως π.χ. like, index, οντισιον, μπότοξ, κοπιράιτ, που δυστυχως έχουν περάσει και στην καθημερινότητά-μας σε μεγάλο βαθμο! Ακολουθει ένα ενδεικτικο απόσπασμα:
Μεγάλες φορτούνες παρα-
Μορφώνουν τη ναυτοσύνη και εμπλουτίζουν το λεξιλόγιο
Αντικαθιστούμε το oui προφέροντας ολοκάθαρα το da
Τεθλιμμένοι καταφεύγουμε στο yes συμπεραίνοντας ότι
Το «όχι» γίνεται σε κάθε περίπτωση αντιληπτο
Αρκει να έχεις ψυχη να το εκφέρεις.
σ. 24
Απο τα καυτα βόλια της κριτικης-του δεν ξεφεύγουν βέβαια και εκείνοι που διακατέχονται απο ηγεμονικες τάσεις, θέλοντας να αρχηγεύσουν μίας ομάδας πολιτων ή ενος κόμματος ή, ακόμη, και ενος ολόκληρου λαου! Τάση που θυμίζει την ιστορικη φράση του Κωνσταντίνου Καραμανλη ότι «ο κάθε Έλληνας απο την ημέρα που θα γεννηθει, ονειρεύεται να γίνει αρχηγος κόμματος». Σε αυτο το πνεύμα κινούνται και οι παρα κάτω στίχοι:
Όποιον ακολουθουν δύο άτακτοι αρχηγεύει
Μια δράκα αυτόμολων αρκει για να συστηθεις αρχιστράτηγος
Το μέγα πλήθος των βαθμοφόρων αναζητάει στράτευμα
Μαζώνουμε καρβουναραίους και τσελιγκόπουλα για να τα φκιάσουμε παλληκάρια
Οχαλαγωγοι και ταραξίες παραμονεύουν στους καφενέδες
Συσκοτιζόμεθα αρμοδίως και φωτιζόμεθα κατα μόνας…
σ. 34
Είναι, σίγουρα, πολλα και διάφορα τα αρνητικα της σύγχρονης ελληνικης κοινωνίας που στενοχωρουν και πικραίνουν τον ποιητη Ιωάννη Πανουτσόπουλο, όπως αφήνει τουλάχιστον ν’ αντιληφθούμε μέσα απο την ανελέητη κριτικη που της εξασκει. Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με μάχεται και με συντυχαίνει, (σ. 85) θα γράψει με κάποιο παράπονο.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπον, που η καινούργια ποίησή-του αναδίνει και μία γεύση πίκρας, ακριβως όπως ο χυμος της πικροδάφνης! Είναι, όμως, αυτη η δυνατη πίκρα-του, που αρδεύει χαρταστικα τις πλατιες και βαθιες ρίζες της ποίησής-του, για να στηριχθει και να ορθωθει τελικα το μεγάλο, το βαθύπνοο, τραγούδι-του, με το οποίο εξυμνει την γλυκεια και αγαπημένη πατρίδα-του, την αιώνια Ελλάδα! Οι τέσσερις στίχοι που ακολουθουν είναι ενδεικτικη αυτης της αγάπης-του:
Στα μαλλια-σου πατρίδα θα πλέξω λουλούδια
Στο γαλάζιο-σου βλέμμα θα ζητω τον βυθο
Χελιδόνια πετάνε και μικρα αγγελούδια
Σε γιορτάζω πατρίδα τη στιγμη που πενθω.
σ. 26
Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου συστήματος που εφάρμοζε ο αξέχαστος Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος.









