Λάρνακα, Ιούνιος 2025
Το νερό της τελευταίας μας βουτιάς
μετατρέπει σε αλυκή
εκείνη τη μικρή λακκούβα του λαιμού σου
φιλόξενη σε χαμηλές πτήσεις
και σκέψεις αποδημητικές,
σε ερωδιούς, εραστές
και δισταγμούς ραμφίζοντες
Ως το πρωί
θα με έχεις αρνηθεί κιόλας
τόσες φορές
όσες κι οι αποτυχίες μου
να πείσω τους περαστικούς
πως κάποτε υπήρξες αμπέλι
Με κοίταξες
και σήκωσες το ένα πόδι στον αέρα
κουτσαίνοντας ως τη γωνία
σαν κάποιο είδος σπάνιου
ενδημικού φλαμίνγκο
***
Αγαπημένη,
Ο καιρός κυλάει αργά
εν απουσία σου
άλλος ένας ράθυμος παραθεριστής,
δυσανασχετεί στη σκέψη του γυρισμού
κι εγώ, μονιμά αλαφιασμένος,
ανατρέχω πίσω του
ελπίζοντας έτσι να επισπεύσω κάπως
το ανέφικτο
-την επιστροφή, δηλαδή,
στα σοκάκια μιας πόλης-πλάστιγγας
όπου οι αναπολήσεις συνεχίζουν
να διώκονται ποινικά
και το ενενήντα τοις εκατό του έρωτα παραμένει αχαρτογράφητο
Δεν ξέρω ακόμη αν τα κατάφερα
Τις μέρες
χτίζω το σπίτι μου
στην ενορία της μνήμης
Τα βράδια
τραβάω νήματα απ’ τον αργαλειό σου
και ξηλώνομαι
**
Μεταστάσεις
Κι αν σπάσω στη μέση το κενό
πάντα ένα δεύτερο υπομονετικά
θα περιμένει
Θαρρείς ρωσική κούκλα ξύλινη η μοναξιά
ολοένα γεννάει
κι άλλες μοναξιές μικρότερες
Βέβαιος αποικισμός
με ατελέσφορη την εξολόθρευση
έτσι ενδόμυχα όπως φωλιάζουν
στα σιφώνια, στις γωνίες, στις ρωγμές
των τοίχων
Έξω βγαίνουν μόνο τα βράδια
κι ας ακούγονται ακατάπαυστα
μουρμουρητά απ’ τα κουφώματα
(θέλω-δεν-μα)
κι εκδορές στην καλή ταπετσαρία
που μάταια πάσχιζα να κρύψω τόσα χρόνια
πίσω από ευδιαθεσίες ημιδιάφανες
Χθες βράδυ μάλιστα,
πηγαίνοντας να πιείς νερό
πέτυχες μία τους στην κουζίνα
βαθιά χωμένη
στο ντουλάπι με τους κεκρυμμένους πόθους
Την αντίκρισα ξυπνώντας, λιωμένη
κάτω απ’ το πέλμα σου
πολτό ανάγκης σε αποσύνθεση
για πρώτη φορά αισθανόμενη
τέτοια γύμνια
**
Αυτοψία
Σε ανηλιαγα πηγαδια, εκει,
εκεί απέθανε η ήβη μας
Αργά, σιωπηλά,
δίχως μάρτυρες,
δίχως επικλήσεις απέλπιδες,
μακριά απ’ τα πλακόστρωτα της μέρας
Κάποτε είπες:
Ποιητής
είναι ο αέναος ιατροδικαστής του εαυτού του.
Από τότε έσκαψα
πολλά πηγάδια ακόμη
**
Εσωτερική διακόσμηση
Η αναδιάρθρωση μπαίνει
-προπάντων-
αθόρυβα
Μήτε το θυροτηλέφωνο χτυπά
μήτε τα παπούτσια της
θα τρίψει στην εξώπορτα
προτού με στόμφο αρχίσει
στα δικά σου έπιπλα να αλλάζει θέση
-τα τριμμένα θα φύγουν φυσικά
απ’ το παράθυρο
μαζί με τους οποίους δισταγμούς
Θέση εδώ δεν έχουν
-είναι πλέον ντεμοντέ
τα παλιά χαλιά,
οι αντίκες που φτήνυναν,
κιτρίνισαν μαζί σου
τώρα θραύσματα,
πλακάκια μωσαϊκά
πάνω τους να παίζουν
παιδιά μπάλα
τ’ απογεύματα
**
ΕΛΠΊΔΑ
Κεφαλαία γράμματα
Χρωματιστά και κάπως αδέξια
Το τελευταίο άλφα ίσα που χωράει στη σελίδα
Η τελευταία μας λέξη
ίσα που χωράει σ’ αυτή τη γη
Γεμίζω τους δρόμους προκηρύξεις
Μασάω αποδείξεις και φτύνω πίσω
ζωγραφιές
Τα βράδια αρπάζω τους περαστικούς
και τους φιλάω στο μέτωπο
Ξέρω,
είσαι δέσμιος
στην άκρη κάποιας γλώσσας
μαζί με το άλφα
το δικό μας,
της αγάπης,
το αθροιστικό










“Λάρνακα, Ιούνιος 2025” υπέροχος πίνακας με τοσες ιδιατερες πινελιες