Είμαστε τα πάντα
Γίνεσαι σπίρτο
όταν καμία φωτιά δεν υπάρχει για μένα στον ορίζοντα.
«Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε,»
έγραψε ο Ρίτσος.
Άξιζε να υπάρξουμε,
σκέτο, θα γράψω εγώ.
Σε αυτόν τον πλανήτη των πιθανοτήτων,
αγαπάω την απιθανότητά σου.
Άκουσα να λένε:
«Τίποτα δεν είμαστε,»
κι έσκυψαν πάνω απ’ τον τάφο,
με μάτια γεμάτα χώμα.
«Είμαστε τα πάντα,
τους απάντησα.
Αν δεν ήμασταν,
τότε γιατί θρηνείτε;»
Πετάω τον οχετό μου
σε ό,τι αποτελεί λόγο ύπαρξης.
Πετάω τον οχετό μου
όταν γύρω μου βλέπω καμένη γη.
Από φόβο γίνομαι οργή.
Όσο έχω οργή, είμαι φωτιά.
Δεν είμαι στάχτη.
Συγχώρεσέ με
που όταν περισσότερο σε χρειάζομαι,
λιγότερο στο δείχνω.
Συγχώρεσέ με.
Είναι στη φύση του ανθρώπου ο παραλογισμός
και στη δική μου φύση ο απολογισμός.
Απολογούμαι στην καρδιά σου—
γιατί, κι αν δεν χτυπά μέσα στο δικό μου στήθος,
είναι αυτή που μου δίνει ζωή.
Έχω τόσα που θέλω να πω—
είναι όλα αίτια απολογισμών
των τελευταίων ημερών.
Είναι τόσο ακατέργαστη η ενηλικίωση,
κι εγώ νιώθω τόσο βίαια επεξεργασμένη.
Άξιζε να υπάρξουμε.
Είδαμε ήδη αρκετά,
μα με εσένα στο πλευρό μου
αντέχω κι άλλα.
Γίνεσαι λίμνη
όταν γύρω μου χάσκουν μόνο βάθη.
Αξίζει που υπάρχουμε.
***
Χωρίς Χέρια, Χωρίς Μνήμη
Μου είπαν
«Γράψε μας ένα ποίημα, τσαρλατάνε των στίχων,
κάτι να λέμε πως και σήμερα κάτι σκίρτησε μέσα στις φλέβες.
Γράψε εσύ που βλέπεις από απόσταση,
εσύ που μετράς τον πόνο
και στοχάζεσαι τη ζωή και την αγάπη.
Κάτι μικρό—έστω ένα δίστιχο—πριν κοιμηθούμε να σβουράει μέσα μας.
Γράψε, και βάλε λέξεις όπως
εσώτερος, άχθος, λυκαυγές, ίμερος, ερέβος.
Γράψε χωρίς χέρια.
Γράψε μόνο με μνήμη».
Κι εγώ τους απάντησα
«Δεν έχω μνήμη.
Άχρονα κυλάω μαζί σας—μια προς το φως, μια προς το σκοτάδι.
Δεν έχω χέρια.
Ένας μήνας έχει περάσει χωρίς να τον αγγίξω· μου είναι πια άχρηστα.
Δεν είμαι τσαρλατάνος των στίχων·
είμαι τσαρλατάνος του θανάτου.
Νόμιζα κάποτε πως με δυο αράδες
θα τον ξεγελάσω, πριν πάρει κι εμένα μαζί του
Μα δεν στοχάζομαι εγώ τη ζωή και την αγάπη—
είναι πιο μεγάλες από εμάς.
Αν σκύψω πάνω τους με ρούφηξαν.
Εγώ στοχάζομαι τον άνθρωπο.
Τον άνθρωπο που σβουράει η ποίηση μέσα του
λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος».
**
Ιστορίες αλλιώτικες
Στέκουν με τα χέρια στα γόνατα κάπου στις εξωτερικές σκάλες των παλιών αθηναϊκών πολυκατοικιών
Στο ένα χέρι κρατούν ένα τσιγάρο με χρυσοκίτρινη γόπα
Και στο άλλο έναν καφέ που έχει κρυώσει
Οι ιστορίες αυτές δεν μπορούν να σου αφηγηθούν ένα ολόκληρο μέρος ζωής
Μονάχα σκόρπιες λέξεις
Κάτι σαν περίληψη δηλαδή
“Τι θα απογίνω χωρίς εσένα”
”Δεν αντέχω άλλο”
“Που να τα βρω τα λεφτά”
“Σ’ ευχαριστώ”
“Κάνε γρήγορα”
“Χριστέ μου”
“Έλα να φας”
“Θα πάω εγώ”
“Δόξα το Θεό”
“Θα φύγω”
“Κουράστηκα”
“Δεν μπορείς να καταλάβεις”
“Κι εγώ”
Βέβαια πέρα από τις λέξεις οι ιστορίες άκουσαν και πολλές σιωπές
Περισσότερες ήταν οι σιωπές
Η σιωπή στο νεροχύτη ήταν η αγαπημένη τους
Μαζί με τα πιάτα πλένονταν και οι αμαρτίες των ενοίκων
Βέβαια
Το κόκκινο κρασί αν είχε κάτσει όλη νύχτα στο ποτήρι ήταν δύσκολο να ξεπλυθεί χωρίς να αφήσει σημάδι
****************
Η Δήμητρα Καλλιγέρη κατάγεται από την Ικαρία και είναι απόφοιτη του Παντείου Πανεπιστημίου, του Τμήματος «Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας», ενώ έχει και μεταπτυχιακό στις νέες τεχνολογίες στην εκπαίδευση. Το 2021, συστήθηκε στο αναγνωστικό της κοινό με το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Γαλότσες», από τις εκδόσεις Άνω Τελεία. Eνώ το 2023, το δεύτερο βιβλίο της με τίτλο «Περατζάδες», κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ανεμολόγιο










Μας ταξιδεύεις Δήμητρα.Μην σταματάς να γράφεις.εισαι υπέροχη!!!