Περπατάω, περπατάω, περπατάω. Οδό την ανώνυμη οδό, τετράγωνο το απόμερο τετράγωνο. Υπολογίζω την αξία του οικοπέδου, απ’το χαντάκι μαζεύω ξερά χόρτα για προσάναμα. Θαυμάζω τα μπάζα και τα μηχανήματα, τις αποθηκες με τις παλιατζούρες και τα μνήματα. Σε μια απειρη λιστα τα καταγράφω με σχολιασμό πολύτιμο για να παραδώσω στον επόμενο. Με μέτρο των ποδιων 7/8 κάνω ορατή την ύπαρξη μου σε κάθε ντόπιο περαστικό. Είναι πανέμορφη η επαρχία, αναπολώ το παιδικό παρελθόν, εμπιστεύομαι την χημική μαγεία. Ο ήλιος γυρίζει σαν ντισκόμπαλα ομοιόμορφα με χαστουκίζουν τα φωτόνια. Σκέφτομαι, απαλά δαχτυλοχτυπώ το μέτωπο, εκπέμπω τηλεγραφικά μηνύματα. Σκέφτομαι, βίωνω απαθώς έντονα την σκέψη αλλά δεν μπορεί ο ψυχισμός να αντέξει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Αγκαλιάζω τον ξύλινο στύλο του ηλεκτρισμού. Μοιάζει εύκολη η ευτυχία αλλα γιατί δυσκολεύστε; Έφτασα στο λιθόσπιτο, η τρυφερή κληρονομιά. Μυρίζω την δροσιά αρωματίζω τα χέρια με τα κούτσουρα, ζεσταίνω νερο για να πιώ φασκόμηλο. Κυλάνε τα γεγονότα ομαλά. Οραματίζομαι το μέλλον με αίσθημα γενικευμένου καθήκοντος και η θηλιά περιστρέφεται ακατάπαυστα σαν να πετάμε στο διάστημα. Έχω μισθό 850 καθαρά και λογαριασμό σε επενδυτική εφαρμογή, κάπου κάπου ξύνω και ένα σκρατς, έχω φιλοδοξιες, παρέξενιες ορατά φαντάσματα και μία βαθιά στεναχώρια, έχω οικογένεια και καρδιακά φιλικά πρόσωπα αλλά επιμένω να ξεχνάω τα σημαντικότερα.

Αδιαφορώ για το ποιός είσαι. Συγνώμη; Δεν με ενδιαφέρει άνθρωπε μου. Δεν νιώθω όσα λες, μην μονολογείς άλλο, ένας θεός ξέρει τι παλιάνθρωπος είσαι. Κάνε αυτό που πρέπει να κάνεις. Απλά είναι τα πράγματα. Τι πρέπει να κάνω και πως; Ούτε τα βασικά δεν ξερεις. Μείνε ακριβως εκει που εισαι, σκεπτόμενο άγαλμα. Εγκλωβισμένος στην βαθιά σου στεναχώρια, οι άνθρωποι δεν είναι για να σε ξυπνάνε απ΄τον λήθαργο. Μην παραπονιέσαι άλλο, φτάνει, δεν ξεθύμανες; Να σου πω ένα αστείο; Για γέλια είσαι, πράγματι!

Μπαίνει ένας τύπος κάπως μελαγχολικός σε μία αθηναϊκή μικροζυθοποιία, πίνει χαρωπά την μπύρα του και ρωτάει το μπάρμαν: “Αν ο άνθρωπος δεν ήταν καταθλιπτικός, όλα καλώς καμώμενα όπως τα λαχταρά, θα ένιωθε σε βάθος και σε πλάτος την χαρά; ”

Μάλιστα… Και του απαντάει: “Από μικρό και από τρελό μαθαίνεις φιλοσοφία”. Κοιτιούνται για λίγα δευτερόλεπτα και απαγγέλουν την θεωρία του Big Bang. Τους ακούει ο διπλανός, βγάζει συμπέρασμα πως μέθυσαν αλλά δεν μπορεί να αντισταθεί. Αρχίζει και αυτος την απαγγελία. Τελικά όλο το μπαρ έφτασε να αναλύει κοσμολογία. Και κάπου λίγο πριν την ανατολή του Ηλίου, κατέληξαν σε δύο τρία πορίσματα. Γύρισαν σπίτια τους και κοιμήθηκαν στην πιο βαθιά rem. Ξεκούραστοι διάβασαν τις ειδήσεις, πήγαν στην δουλειά τους, ήπιαν το καφέ τους και το βράδυ ξαναπήγαν στην μικροζυθοποιία. Ξανά τα ίδια για ένα ολόκληρο χρόνο.

Μετά απ’ όλη την συσσώρευση και τριβή σκέψης καποιοι προτειναν να βγει ενα μανιφεστο με το ονομα “Καπου παραδιπλα απο την ανθρωπινη σοφια”. Βγηκε το μανιφεστο, ειχε να προσφερει πολλα στις τεχνες, τις επιστημες και κυριως στην καθημερινοτητα τον ανθρωπων. Μετα απο δεκαετιες κυριαρχιας στην ποπ κουλτουρα και τις παραδόσεις, πηγε ενας τυπος μελαγχολικος σε μια μικροζυθοποιία και εκανε την εξης ερωτηση: Αν ο ανθρωπος δεν ηταν καταθλιπτικος, ολα καλως καμωμενα οπως τα λαχταρα θα ενιωθε σε βαθος και σε πλατος την χαρα; Καλα δεν διαβασες το μανιφεστο του απανταει εξοργισμένο ολο το μπαρ, το διαβασα το βιωσα απανταει αμηχανα ο τυπος και τους ρωταει καπως δειλα: Ακομα καταθλιπτικος ειναι ο ανθρωπος δεν εχει ερθει καποια κοσμοϊστορική αλλαγή. Σκάνε στα γέλια όλοι, πέφτουν στο πάτωμα και αρχίζουν να κλαίνε κορομηλα σε εμβρυακή στάση.

Σοκαρισμένος ο τύπος φεύγει τρέχοντας, δεν πλήρωσε φράγκο. Προσπαθεί να ηρεμήσει την ταχυπαλμία σε μία έρημη πλατεία, πάει στα κτελ παίρνει το δρομολόγιο, ξημερωματα φτάνει στο χωριό του αρχίζει να περπατάει, περπατάει, περπατά ει, φτάνει στο πατρικό των προπαπούδων του, κάθεται εκεί και πίνει το φασκόμηλο του, κάπως ηρεμεί η ταχυπαλμία. Ξαφνικά έρχεται ένας μαλακας και αρχίζει τις ασυναρτησίες. Αναρωτιέμαι, εν κατακλείδι, όλο αυτό το διάστημα που έχουμε αυτό τον ασύμμετρο διάλογο τι ακριβώς θέλεις να κερδίσεις. Καλά κρασιά, το έχεις χάσει φίλε. Την καλημέρα μου.

Επιτέλους, λίγη ησυχία. Επιτέλους, τρελάθηκα. Ξαπλώνω στο χορτάρι με πλούσια υγρασία, τα ρούχα έχουν μουλιάσει για τα καλά, το σώμα στα πρόθυρα υποθερμίας, η απόλυτη σιωπή. Για να δούμε τι βρίσκεται λίγο παραδίπλα από την ανθρώπινη σοφία. Έρχεται, έρχεται το νιώθω!

Αν ο άνθρωπος δεν ήταν καταθλιπτικός, όλα καλώς καμώμενα όπως τα λαχταρά θα ένιωθε σε βάθος και σε πλάτος την χαρά;

Αχνοφαίνεται, το βλέπω

Συγκεντρώσου

Βήματα στην λάσπη, με πλησιάζει κάτι ανθρώπομορφο, όμορφο χαρούμενο, τρυφερό αγγίζει το μάγουλο, έρχεται ειρηνικά με γραπώνει με μεταφυσική δυναμη απο τους ωμους, με σηκώνει ορθιο, με παιρνει μια αγκαλια ατμίζω ολοκληρος και μου λεει ψυθιριστα:

Ωραιο το φασκομηλο; Γευστικοτατο

Παρε προμηθειες και κανε τον γυρο του κοσμου, χαρισε το σε ολους τους ανθρωπους

Καποιοι θα ηρεμησουν καποιοι θα εξοργιστουν

Και τοτε μπορεις να πεις πως το εκανες το καθηκον σου, μυρμήγκι

και τοτε μονο θα παρεις απαντησεις οχι για τον ανθρωπο δυστυχως

αλλα για εσενα μονο για εσενα. Αυτο ειναι ανεκτιμητο

Αρχιζω τις φωνες, τον διωχνω με σπρωξιδια και το αγριο βλεμμα μου αλλος ενας ηλιθιος μου πουλαει απαντησεις, τον βλεπω στεναχωρημενο, του ζηταω μια ειλικρινη συγνωμη και του ζηταω να φυγει. Πεφτω ξανα στο χορταρι, χαλαρωνω.

Με πιανει παλι ταχυπαλμια. Δεν υπαρχει σωτηρια γι αυτο το σωμα, παραιτουμαι. Σηκωνομαι, αρχιζω το τρεξιμο, δεν σταματαω, επειδη τρεχω, δεν σταματαω, πάλλεται η καρδια, επειδη τρεχω.

Ασταμάτητες και οι αυθορμητες σκεψεις,

αυτοκατατάσσομαι αλύπητα

στην τελευταια δεκαδα δικαιωματος αγνωμοσυνης

Αγναντευω τα 100 στρέμματα βαλτάκου

ο δορυφόρος νιωθει αβολα χαιρετάω για ξεκάρφωμα

σκαρφαλώνω την ανηφορα για να αγγιξω το ηλιοβασιλεμα απ την υπερυψομενη εκκλησια

έσβησε στα χέρια μου

Δεν εχει νοημα, ειμαι και εγω ενα μαμουνι στο προγραμμα, στην μεγαλη εικονα δημιουργω μονο προβλημα

χαοτικο το συστημα

Με βλεπουν οι ντοπιοι να τρεχω με βουρκωμενα ματια

Ειμαι ο τρελος του χωριου!

Βήμα το βήμα, διστάζουν

Αρχιζουν και αυτοι δειλα δειλα να τρεχουν διπλα μου,

τρεχουν με βουρκωμενα τα ματια

μαζι μου!

Τρελαθήκαμε μαζικώς.

Φοβαμαι, να ρωτησω, δεν θελω να σταματησω θελω να τρεχω για παντα!

Αφού ο καθε γολγοθας ειναι παρατημενος στην δυναμική του

και

η απλοική συνεργια μας βρισκει τοιχο στον λαβύρινθο

Ας επαναλαβω τον μεγάλο μαραθώνιο

Λιγο παραδιπλα απ΄τα χωραφια, τα καφενεια, τις αυλες και τα χαντακια