Stefan George, «Μαξιμίν» (μετάφραση: Νίκος Βουτυρόπουλος)

 

 

ΛΕΥΚΟΙ ΑΝΘΟΙ…

Λευκοί ανθοί με θέρους άρωμα βαρύ
Στην ανθάδα ανεμίζουν τη στερνή.
Άλικα πουλιά στρέφουν τα φτερά
Στην υφασμένη με σιωπή οροσειρά.

Σε άλσος ανθισμένο σε στράτες σκιερές
Βαδίζουμε αντίκρυ στου ήλιου τις χορδές.
Αγλαϊσμένοι τριγυρνάμε καθώς πέφτει η νυχτιά
Κι απ’ το σκοτάδι ασφυκτιά η φυλλωσιά.

Και πλανιόμαστε χέρι-χέρι
Πιο μακριά με το κρύο βραδινό αγέρι.
Τραγουδάς και βηματίζεις λικνιστά…
Προς στη λίμνη πετά πουλί ντυμένο στα λευκά.

 

**
Η ΝΕΚΡΗ

Στα μαραμένα έσκυψα χείλη
Και με το δάχτυλο άγγιξα τον ωχρό κρόταφο.
Μα δεν κυλούσε αίμα στα ωχρά χείλη
Μόνο θάνατος άκαμπτος παιχνίδιζε στον κρόταφο.

Τα μέλη της κάλυπτε φόρεμα πορφυρό
Που έπεσε στο δάπεδο υπόκωφα και βαριά.
Το σάβανο που την τύλιγε σφιχτό
Απ’ τ’ αγνό της σώμα κύλησε απαλά.

 

**

ΘΛΙΨΗ

Ονειρεύτηκα κάποτε τις αρχαίες μέρες από χρυσό
Μέρες περήφανης αίγλης ευγενούς ταπεινότητας.
Τώρα οφείλω τη νεκρή να θρηνώ
Με την πένθιμη μελωδία της αιωνιότητας.

 

**
ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Έμοιαζα αρχικά στο μαύρο σκοτάδι
Το αρχέγονο του κόσμου κάλυμμα
Ώσπου ισχυρά κύματα ακατάπαυστα
Έφεραν το φως συνεχών δονήσεων γέννημα.

Έμοιασα στο πάναγνο φως
Έγινα αυτού του κόσμου είδωλο.
Θα ολοκληρωθώ όταν το χέρι το δυνατό
Που συντηρεί το μέγα όλον

Με δίκαιη θα σαλπίσει οργή
Όταν η νύχτα πάλι θα κυριαρχεί:
Τότε παντοτινός θα γίνω και δω θα μείνω
Μέχρι το νέο όλον να ξαναγεννηθεί.