Φορώντας το βαρύ το κανελί το πανωφόρι με τον βελουδένιο γιακά
έφτασε στην Αθήνα με τον καινούριο χρόνο,
είχε ελπίδες, μα τα φερε η ζωή ανάποδα, ψυχρά, κακά
και λίγα χρόνια έζησε μόνο.
Πίστευε πως είναι πλασμένος για ποιητής
μα δούλευε εργάτης στο τυπογραφείο
Ήταν φτωχός και στην αρρώστια δεν του στάθηκε κανείς
μα κέρδισε τρεις μήνες πριν πεθάνει το λαχείο.
Πώς θα μπορούσε κάποιος να συνοψίσει την ιστορία της ζωής του Κωνσταντίνου Κρυστάλλη μέσα σε 350 λέξεις;
Την συνόψισε ο ίδιος σε 40 στίχους. Σε 41 για την ακρίβεια.
Κρατάω έναν που επαναλαμβάνεται τρεις φορές:
… Ανάθεμά σε ξενιτιά με τα φαρμάκια πο’ χεις …
Κρουστάλλη τον έλεγαν στην πραγματικότητα και ο μπαμπάς του εμπορευόταν κατσίκια σφαγμένα και πρόβατα και τυριά διάφορα σ΄όλη την Ήπειρο. Έτος γέννησης 1868. Στο Συρράκο.
Άλλη εποχή.
Τα Γιάννενα είχαν πασά.
Έχασε τη μάνα του 12 χρονών. Έμεινε μετεξεταστέος στην πρώτη γυμνασίου. Παράτησε το σχολείο. Τον μισό καιρό ήταν άρρωστος. Τον άλλο μισό τον ανακάτευε ο πατέρας του στο εμπόριο κι έγραφε ποιήματα.
Ένα από αυτά θύμωσε τους Τούρκους. Έφυγε νύχτα. Είκοσι ενός ετών. Καταδικάστηκε ερήμην. Να ζήσει 25 χρόνια εξόριστος στην Βαγδάτη. Αμ δε.
Τον φυγάδευσαν στην Αθήνα, έγινε αφ’ εαυτού του Κρυστάλλης και διαγκωνιζόντανε μαζί με άλλους για μια θέση στον Παρνασσό.
Πότε θαρθεί μιαν άνοιξη, θαρθεί ένα καλοκαίρι,
που λουλουδιάζουν τα κλαριά, που λιώνουνε τα χιόνια…
Θα θελε να χει μεγάλα φτερά, να χει κλαπατάρια όπως ο αητός που φωλιάζει στα κορφοβούνια και να τροχίζει τα νύχια του στα βράχια. Ν’ ανεμίζει στα σύννεφα. Να ερωτεύεται τη βροντή. Να συχνομιλά με τ΄άστρα.
Θα θελε, μα δεν μπόρεσε.
Τον έφαγαν οι φιλολογικοί καυγάδες κι η βιοπάλη. Έπαθε φυματίωση. Δεν τον έσωσε ούτε η Κέρκυρα με το ωραίο κλίμα, ούτε η απροσδόκητη εύνοια της τύχης. Εγκλωβίστηκε στον 19ο αιώνα.
Πέθανε 26 χρονών, το 1894.
22 Απριλίου.
Στην Άρτα.
Που την τάζουν συχνά μαζί με τα Γιάννενα.
Παρακαλώ σε σταυραητέ για χαμηλώσου ολίγο
και δός μου τις φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου
πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος.









