ΖΩΑ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΑ
Γέμισα κάτασπρα πουλιά τον άνεμο (ΕΛΥΤΗΣ)
Μ’ άσπρα πουλιά και σύννεφα τον ουρανό θα ντύσω (ΓΚΑΤΣΟΣ)
αηδόνι (27)
γάτα (86), γάτος (34) και παλιογατιά (63)
γλάρος (52+57)
δελφίνια* (10) (και βέβαια το ‘δελφινοκόριτσο’, 38)
ζα (75) +ζώα (84) +ζωντανά*(24)
κοράκια (75)
κύκνος (84)
λαγωνικό (57)
λιόντας (68) (‘λιοντάρι’ στο Γκάτσο)1
μαμούδια (55)
μέλισσα* (19)
παπιά (74) (‘πάπια’ στο Γκάτσο)
περιστέρια (36)
αγριοπεριστέρι (30)+περιστέρα*(27)
πεταλούδα*(19)
πετεινοί*(10)
πουλί (68+69+85+11*), +πουλιά (30+88)
σκύλος (79)+ σκύλοι (86) +σκυλί (46)
σπάρος (53)
τζίντζηρας*(19)
τζιτζίκια (29)
τριζόνι (21)
φίδια (75)
χαμαιλέων (58)
χελιδόνια (19)
φτερωτά*(22)
ψάρι (64)
Το σύνολο κοινών στη χρήση λέξεων από αυτή την ενότητα είναι 54,2 %. Μπορούμε ίσως να παρατηρήσουμε (οπωσδήποτε όχι με αρνητική χροιά- το αντίθετο) πως οι λέξεις που δε χρησιμοποιήθηκαν απ’ τον Γκάτσο, αλλά μόνο απ’ τον Ελύτη είναι άλλοτε ‘αδιανόητες’ για ένα τραγούδι (χαμαιλέων), συχνά μ’ ένα παιδικό ‘χνούδι’ (τζίντζηρας-μαμούδια-παπιά), σύνθετες (παλιογατιά, δελφινοκόριτσο, αγριοπεριστέρι), και κάποτε του προφορικού λόγου, σαν δηλαδή παρμένες απ’ το στόμα του απλού χωρικού άλλων εποχών (ζα-ζωντανά-περιστέρα).
ΕΠΟΧΕΣ
Άνοιξη (84+24*)
Χειμώνας (20)+χειμώνες (29+68)
Φθινόπωρο (45), φθινοπώριασε (79)
Καλοκαίρι (15+20+68+76+77)
Όλες οι εποχές χρησιμοποιούνται (ποσοστό 100%). Το καλοκαίρι είναι η εποχή που φαίνεται να προτιμούν οι δυο ποιητές σε καθαρά αριθμητικό επίπεδο κι αμέσως μετά η άνοιξη, κάτι που έχει την εξήγησή του. Ο Γκάτσος π.χ. το χρησιμοποιεί 24 φορές, ενώ ο Ελύτης είναι αυτός που το ύμνησε στους στίχους του σταθερά και μοναδικά από τα πρώτα του ποιήματα. Το φθινόπωρο και ο χειμώνας βέβαια υποδηλώνουν όπως γίνεται συνήθως μελαγχολία, φθορά, μοναξιά, εσωτερικότητα:
Γρήγορα που σκοτεινιάζει. Φθινοπώριασε/ δεν αντέχω τους ανθρώπους άλλο. Χώρια εσέ (79) ΕΛΥΤΗΣ
Φθινοπώριασε κι άκουσα το στερνό σου αντίο2 (472) ΓΚΑΤΣΟΣ
Αξιοποιούνται επίσης σε πολλές περιπτώσεις μεταφορικά και σε αντιδιαστολή με τις άλλες ‘νεανικές και φωτεινές’ εποχές. Είναι το φθινόπωρο δηλ. εξισωμένο μ’ ένα ‘παιδικό’ παράπονο:
Με πιάνει το παράπονο/ γιατί στον κόσμο αυτόνα
Τα καλοκαίρια τά’χασα/ κι έφτασα στο χειμώνα (20) ΕΛΥΤΗΣ
Απόψε μύρισε βροχή/ χειμώνας μπαίνει στην ψυχή
και στο δρομάκι το στενό/ με πιάνει το παράπονο (171) ΓΚΑΤΣΟΣ
Πρέπει όμως να συνυπολογίσουμε εδώ και την μεγάλη χρήση που κάνει ο Γκάτσος, λέξεων και σκηνών δηλωτικών του φθινόπωρου και του χειμώνα, όπως οι άνεμοι, η βροχή, η γωνιά με το τζάκι, η ερημιά των δρόμων, η καταιγίδα και ο κατακλυσμός, τα κύματα, η μπόρα (που έχει π.χ. 27 αναφορές), τα σύννεφα (συχνά βαριά), η συννεφιά, και τα χιόνια. Πρόκειται για αγαπημένο του μοτίβο και σκηνοθεσία σε ότι θέλει να εξιστορήσει, σε αντίθεση με τον Ελύτη που στα τραγούδια του το φως του καλοκαιριού και η ηλιακή του μεταφυσική σχεδόν πάντοτε κυριαρχούν. Και σίγουρα μια επισταμένη και εξονυχιστική έρευνα στο συγκεκριμένο θέμα θα τοποθετούσε τον Γκάτσο τελικά ηχητικά και ψυχολογικά πιο κοντά στο φθινόπωρο, δείχνοντας έτσι πως και η στυγνή στατιστική των αριθμών πολλές φορές μπορεί να είναι παραπλανητική στην ποίηση. «Παραλληλισμός δε θα πει μόνο να προσεγγίσεις δύο σημεία. Σημαίνει ακόμη και να δώσεις την απόστασή τους».3
ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ ΤΟΠΙΑ (το υγρό στοιχείο)
Φέρτε μου τη θάλασσα να την προσκυνήσω
φέρτε μου τον ήλιο της να προσευχηθώ (ΓΚΑΤΣΟΣ, 91)
Αρχή του κόσμου πράσινη/ κι αγάπη μου θαλασσινή
Την κλωστή σου λίγο λίγο/ τραγουδώ και ξετυλίγω (ΕΛΥΤΗΣ, 83)
«Στη φαντασία των μεγάλων συγγραφέων δεσπόζει συχνά το ένα από τα τέσσερα στοιχεία της φύσης. Τα έργα τους επηρεάζονται και εν μέρει διαμορφώνονται από το στοιχείο αυτό, δηλαδή από τα βασικά σύμβολά του, από τα χαρακτηριστικά που του αποδίδουν σταθερά τα όνειρα των ανθρώπων και οι μύθοι των λαών».4 Ο κόσμος της ελληνικής θάλασσας είναι κυρίαρχος στα Ρω του Έρωτα, ήδη από τις Μικρές Κυκλάδες του 1964. Όταν ο Ελύτης αρμενίζει το πασίγνωστο τρελοβάπορό του στην ελληνική ιστορία, εκεί γύρω στο 1970, ο Γκάτσος (με τον τρόπο του Ν. Γ.) έχει ήδη δώσει ένα ανάλογο στίγμα στο «Με την Ελλάδα καραβοκύρη» του 1965 από τη Μυθολογία. Κι είναι ενδιαφέρον σε μια παράλληλη ανάγνωση να παρατηρούσαμε πως η έκκληση του πρώτου για ένα καλό κατευόδιο (Άγιε Νικόλα παρακαλώ σε/ στα πέλαγα όλα λουλούδια στρώσε), επιβεβαιώνεται με φυσικότητα στο χρόνους μας ταξιδεύει/ δε βουλιάξαμε του δεύτερου.
Το υγρό στοιχείο που γοητεύει ιδιαίτερα τον Ελύτη δημιουργεί μια πανδαισία καλοκαιρινών εικόνων, ανέμελων παιδικών διακοπών μες στα γαλάζια πέλαγα (16) και δίνει τον τίτλο και στη δεύτερη ενότητα τραγουδιών Το θαλασσινό τριφύλλι. Όμως και ο Γκάτσος τρία χρόνια μετά (1967) έχει έτοιμο τον κύκλο Θαλασσινά φεγγάρια που μελοποίησε όπως και τις Μικρές Κυκλάδες ο Μ. Θεοδωράκης. Εννοείται, βέβαια, πως η ‘γαλάζια’ περιδιάβαση των δύο ποιητών δεν εξαντλείται σ’ αυτά τα δυο έργα αλλά διαχέεται σ’ όλη τους την ποίηση. Τα κύματα και το νερό αποτελούν σε Ελύτη και Γκάτσο λέξεις-κλειδιά με πάρα πολλές αναφορές, σημασιοδοτήσεις και απροσδόκητους συνδυασμούς. Δε θα μπορούσαν λοιπόν να λείπουν παράλληλες εικόνες και φράσεις όπως:
νύφη μέσα στα μπουγάζια+νύφη5 της θαλάσσης (23) ΕΛΥΤΗΣ
νυφούλα στην ακρογιαλιά (194) ΓΚΑΤΣΟΣ
ή τα αγαπητά κορίτσια-ιδέες που παρομοιάζονται και κυλάν ως σταγόνα απ’ τα χέρια μας, με ‘εμπειρίκια’ θέαση στον πρώτο, με πολιτική/ποιητική χροιά στον δεύτερο:
Μακριά μακριά είναι οι μαρμάρινες επαύλεις των γυμνών γυναικών
Η καθεμιά τους ήτανε άλλοτε σταγόνα
Η καθεμιά τους είναι τώρα φως
(ΕΛΥΤΗΣ, Προσανατολισμοί)
Μια φορά κι έναν καιρό
στη φωτιά και στον αγώνα
την αντίκρισα θαρρώ
σα μια κόκκινη σταγόνα
(ΓΚΑΤΣΟΣ, 289)
Αυτό που απομένει γενικά ως γεύση ακούγοντας και διαβάζοντας τα μελοποιημένα ποιήματα Ελύτη και Γκάτσου, χωρίς να μπούμε σε αναλυτικές λεπτομέρειες που θα ήταν κουραστικές, είναι μια διαφορετική αίσθηση ως προς την παρουσία της θάλασσας. Και λέμε γενικά, διότι αποσπασματικές συγκρίσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν αλλού. Στον Ελύτη στα Ρω του Έρωτα έχουμε μια ερωτική δοξολογία του τοπίου μέσα από παιδικά και εφηβικά μάτια (βλ. τα Ελληνάκια)6, το θρίαμβο της αγάπης σ’ ένα νησιωτικό καλοκαιρινό πλαίσιο (Τά’ δατε τα μάθατε, Ανάμεσα Σύρο και Τζια, Το θαλασσινό τριφύλλι, Ο Αύγουστος), με τον ήλιο συμπαραστάτη και Σηματωρό (Τα τζιτζίκια), πουλιά και ζώα συμμέτοχους στο θαύμα (Ο γλάρος, Τα γατιά), σ’ ένα πίνακα με τα φωτεινότερα χρώματα όπου οι ελάχιστες στιγμές περισυλλογής και ενδοσκόπησης (Του μικρού βοριά, Το τριζόνι, Η τελετή, Το παράπονο) φαίνονται κι αυτές να εκμηδενίζονται από την περιρρέουσα αισιοδοξία-απόηχο των Προσανατολισμών.
Στα Θαλασσινά φεγγάρια ο Γκάτσος χρησιμοποιώντας σαν αφετηρία τον ίδιο χώρο και τις ίδιες λέξεις φωτίζει με μια σεφερικού7 τύπου δραματοποίηση τη σκοτεινή πλευρά του θαλασσινού τοπίου, ξεκινώντας αυτή την ενότητα με τον στίχο:
Βάρκα στην ξέρα μοναχή/ κι η άγκυρα σπασμένη (87)
και τα ποιήματα-τραγούδια του έχουν ως θέματα το χωρισμό (Σήμερα βράδιασε νωρίς), το θρήνο για το χαμό του νεαρού ναύτη,8 κατευθείαν από τα δημοτικά, (Κοιμήσου παλληκάρι, Το πανηγύρι των άστρων, Φέρτε μου τη θάλασσα), ενώ σε πολλά τραγούδια της πρώτης δημιουργικής εικοσαετίας (1950-1970) υπάρχει ως κεντρικό θέμα η ξενιτιά9 (Καλυμνιώτικο, Είχα φυτέψει μια καρδιά, Η βαγιά, Τ’αστέρι του βοριά), ο ματαιωμένος έρωτας, η αναμονή και θλίψη του χωρισμού με σκηνικό κάποιο ακρογιάλι (Χάρτινο το φεγγαράκι, Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου, Κουρασμένο παλληκάρι, Μάτια βουρκωμένα, Ήρθα μ’ένα δάκρυ). Τέτοια τραγούδια έγραψε δεκάδες ο Γκάτσος, ειδικά στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, που βέβαια ουδεμία σχέση είχαν με την εκάστοτε χρονικά10 στιχουργική του τραγουδιού, αφού σχεδόν πάντα σε κάποια στροφή ξεχωρίζει η παλιά (και πάντα υπάρχουσα) ποιητική φλέβα που μεταμόρφωνε έτσι ένα απλό λαϊκό τραγούδι σε κάτι ξεχωριστό:
Σε πελαγίσιο μνήμα
χαράζω το σταυρό
θα τραγουδάει το κύμα
κι εγώ θα καρτερώ (160)
Ας δούμε και κάποια παραδείγματα σχετικά με τα παραπάνω που δείχνουν πως οι σταθερές σημασιοδοτήσεις κάποιων λέξεων (π.χ. ο σταυρός) κάποτε μεταμορφώνονται και ‘ελαφρύνονται’ με ερωτικές συνυποδηλώσεις στον Ελύτη οπότε:
Λένε πως κατιτίς κοιμάται/ μέσα στης θάλασσας τον πάτο
Κάποια που πια δεν το θυμάται/ μ’έχασε σαν σταυρό11 εκεί κάτω (ΕΛΥΤΗΣ ,87)
ενώ στο Γκάτσο, σε μια παραλλαγή αυτής της εικόνας, υπερισχύει πάλι το δραματικό στοιχείο και το κορίτσι που μικρό έζησε την ξενιτιά:
ρίχνει σταυρό στη θάλασσα, πετροβολάει το χώμα (352)
Άλλοτε επικρατεί μια πιο φιλοσοφική διάθεση που καταλήγει στο επιγραμματικό:
συννέφιασε συννέφιασε
κι έτσι ο Θεός μας έφιασε
Στους έρωτες και στους καιρούς
ν’αφήνουμε μικρούς σταυρούς
(ΕΛΥΤΗΣ, 42)
πήρε η ρουφήχτρα το παλληκάρι
κι έχει σταυρό του τα δυο κουπιά (ΓΚΑΤΣΟΣ 90)
Ο Γκάτσος που χρησιμοποιεί συχνά και σε καίρια σημεία το ‘σταυρό’ ακολουθεί πάντα τη μεταφορική του χρήση που παραπέμπει στο ανθρώπινο (εκτός από το Θείο) πάθος, το μαρτύριο, τον πόνο και την προδοσία.
άγκυρα* (29)
ακρογιαλιές (30)
άμμος (43)
αμμουδιά (47+10*)
άρμενα (20)
αρμυρίκια (29)
αφρός (74)+ αφρόσκονες (77)
αχινοί (29)
βαπόρια (36+69+74+29*)
βάρκες (19+38+85), βαρκάρης (64), βαρκάκι*(22)
βράχος (43+54+70)
βότσαλο*(20)
βουτιά (38)
βρύση (15)
βυθός (23)
γαριφαλόνερο (55)
γιαλοί (20+21+11*)
γοργόνες (29)
γούβες (29)
δελφινοκόριτσο (38)
δρόμος πλάι στη θάλασσα (41)
έγια μόλα+έγια λέσα (86)
θάλασσες (68+70+74+9*)
θαλασσινός σταυρός (54)
θάλασσα (23+41+43+57)
θαλασσινοί (29)
κάβοι (20)
καπεταναίοι* (29) (καπετάνιοι στο Γκάτσο)
κύματα (16+23+30+38+41+46+47+52+74+86+11*)
κυματάκι (21)
καβούρια (30)
καράβι (20+22*+14*)
καραβόπανα (77)
κατακλυσμοί*(29)
κατάρτι (30+32+29*)
κουπί (32)
κοχύλι (43)
κωπηλάτες (53)
λιθρίνι (83)
λιμανάκι (85)
λοστρόμος* (29)
μαγιό και ομπρέλες (43)
μπενζίνα (33)
μπουγάζια (23)
μπουρού (29)
μπρατσέρα (24)
ναύτης* (29)
νερό (32+74+83+19*+20*+21*+22*+26*) νερά (32)
νησί (30+43+21*)+ ερημονήσι (30)+νησάκι (53)
νοτιάς (44)
παραγάδι (87)
της θάλασσας ο πάτος (32+87)
πέλαγος (27+29+9*)+πέλαγα (16)
πλεούμενα (69+12*)
πλώρη (30+32+56+68)
ποτάμι (σκοτεινό 75)
πουνέντες (76)
ρουφήχτρα (46)
σπάρος (53)
στόλοι (69)
συντριβάνι*(19)
τρικυμία (77)
θαλασσινό τριφύλλι (27)
φάροι (57)
φύκια (27+52+77)
χαλίκια (27+52)
ψαράκια+ψάρι (64+22*) (‘ψαράς’ στο Γκάτσο)
ωκεανοί*(22)
Το σύνολο λέξεων από αυτή την μεγάλη ενότητα που χρησιμοποιούν και οι δύο ποιητές είναι 61,8 %. Το υγρό στοιχείο και οι αναρίθμητες εικόνες της ελληνικής θάλασσας είναι πανταχού παρόντα στα τραγούδια Ελύτη και Γκάτσου. Παρά τις πολλές διαφορετικές χρήσεις πρόκειται για ένα άλλο βασικό και αγαπημένο τους ‘αλφαβητάρι’:
Συλλάβιζα κοντά σου/ το άλφα και το ρο
Διψούσα κι η ματιά σου/ με πότιζε νερό ΓΚΑΤΣΟΣ (375)
Διαβάζω μέσα στο νερό, το άλφα το βήτα και το ρω ΕΛΥΤΗΣ (83)
![]()
ΝΗΣΙΑ
Κάτασπρο γιασεμί
και μυ-και μυ-
και μυστικέ μου Αποσπερίτη
πάρτε με πάρτε με στην Κρήτη
Και μη και μη
και μη ρωτάτε το γιατί (ΕΛΥΤΗΣ, 35)
Φύσα αεράκι φύσα με
μη χαμηλώνεις ίσαμε
να δω στην Κρήτη μια κορφή
πόχω μανούλα κι αδερφή (ΓΚΑΤΣΟΣ, 231)
Αμοργός (29)
Ικαριά*(21)
Κέρκυρα*(21)
Κρήτη*(21+35)
Μυτιλήνη*(21)
Νάξος*(21)
Πάρος (53)
Ρόδος*(21)
Σάμος*(21)
Σαντορίνη (83+21*)
Σίκινος (29)
Σπέτσες (38)
Σύρος (23) (‘Σύρα’ στο Γκάτσο)
Τζιά (23)
Ύδρα (38)
Ποσοστό λέξεων σε κοινή χρήση 60 %
Η ΜΟΙΡΑ
Η Μοίρα είναι ένα από τα βασικά μοτίβα στα τραγούδια του Γκάτσου με 32 αναφορές. Πάντα βέβαια με την έννοια του αναπόφευκτου και αμετάκλητου που ορίζει τη ζωή των ανθρώπων. Είναι κρυφή (61+593+654), μολυβένια και γκρίζα (394), βαριά (269), γραφτό (605), ριζικό (502), γραμμένο (496), γραφτό (272), ακόμα και κισμέτι (272), και συνδυάζεται με λέξεις σκοτεινές και αιχμηρές (βούρκος 605, καρφιά 588, δάκρυα και πίκρα 542, σκοτεινά και κρυφά χαρτιά 383+534, ακυβέρνητο καράβι 473, κ.λ.π.)
Στον Ελύτη, αντίθετα, σε όλες τις περιπτώσεις που συναντάται, δεν έχει τη σκοτεινή και βαρύνουσα σημασία των αρχαίων τραγωδιών με την οποία συνήθως παρουσιάζεται στο Γκάτσο, αλλά μάλλον τονίζεται η προσπάθεια του ανθρώπου (παρόλο που αναγνωρίζει την παντοδυναμία της μοίρας), να ξεφύγει απ’ αυτήν, να την ειρωνευτεί:
Νά’χα μια γομολάστιχα
να πιάνει στα γραμμένα
Να σβήσω τα τετράστιχα (88)
ή να της διαμαρτυρηθεί:
Τί νά’φταιξα της μοίρας μου/ κι έτσι με φαρμακώνει (22)
στίχος που μπορεί να παραλληλιστεί με το:
Κι αν είν’ η μοίρα μου βαριά (269) του Γκάτσου (με την έννοια δηλ. του πικρού μέλλοντος)
ενώ το επιγραμματικής υφής:
Με τη χαρά μαζί δεμένα δάκρυα πικρά τη μοίρα μας ορίζουνε (542) του ίδιου, συμπυκνώνει το ίδιο νόημα που διαχέει το τραγούδι του τριζονιού του Ελύτη όταν επαναλάμβανε χρόνια πριν:
τι πικρή πού’ναι η ζωή/ Τι γλυκειά και τι πικρή (21).
Το σκηνικό με οποίο ο Ελύτης περιβάλλει τη μοίρα (στα τραγούδια τουλάχιστο)12 είναι συνήθως οι μάγισσες (51), η χειρομαντεία και καφεμαντεία (!). Κι ενώ τα χαρτιά της μοίρας στο Γκάτσο είναι ριγμένα μες’ τον πόλεμο (332), είναι κρυφά (383), μπερδεμένα (397) και σκοτεινά (534), στον Ελύτη, αντίθετα έχουμε μια φωτεινή κι ενδιαφέρουσα ΜΗ αποδοχή του ανθρώπινου ριζικού και αντίδραση:
Μυστήρια τέτοια δε συμφέ-
να ψάχνω δε συμφέρει
Φέρτε μου δεύτερο καφέ
κι αλλάξτε μου το χέρι13
(«Τα όσα η μοίρα μού’γραφε» 75)
Ο Ελύτης δηλ. εδώ φαίνεται, αντίθετα από το Γκάτσο, να αρέσκεται στο να εξανθρωπίζει, να ‘αλαφραίνει’ και να αποφεύγει έντεχνα (σύμφωνα και με το δηλωμένο από χρόνων αντικαρυωτακισμό του) το συγκεκριμένο θέμα. Ήδη από το 1943 έχει δηλώσει -και κατηγορήθηκε μάλιστα τότε γι’αυτή του την ‘ύβρη’- πως τη μοίρα του ήλιου θα την πούμ’ μεις.14 Ο Γκάτσος συμμερίζεται μία και μοναδική φορά αυτή τη θέση όταν θα γράψει πολλά χρόνια αργότερα πως: στα χέρια κρατούμε τη μοίρα της γης (551).
ΜΥΘΟΙ-ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
Πάψε να ζητάς όλη την αλήθεια
Ψάξε να τη βρεις μες στα παραμύθια (ΓΚΑΤΣΟΣ, 165)
αερικό (74)
βασιλιάς (79)
βιγλάτορας*(29)
κάστρα (59+16*)
μάγισσες (51)+μαγισσάκι (74)
ξωτικό (23)
παράδοση (70)
ραβδάκι (74)
τελώνια (27)
Κατευθείαν από τους μύθους και τα παραμύθια ο Ελύτης δημιουργεί, για ν’ αναζητήσει μετά, το Θαλασσινό τριφύλλι του (27), επαναδιαπραγματεύεται το μύθο της Γοργόνας, αδελφής του Μεγαλέξανδρου (Τα τζιτζίκια 29), ράβει με χρυσή κλωστή (54), και το Βεγγαλικό του (73) καίγεται στον ουρανό όπως κι εκείνο στα μαγικά παραμύθια του Oscar Wilde. Εκεί όμως που το παραμύθι αποκτά βαρύνουσα σημασία είναι στους στίχους του Γκάτσου. Άλλοτε ο ποιητής χρησιμοποιεί αυτούσια φράσεις και απόηχούς του όπως την έναρξή του:
να σου πω το παραμύθι/ το κουκί και το ρεβύθι (164)
ήτανε μια φορά /μια μάνα με δυο παιδιά (196)
μια φορά κι έναν καιρό/ όπως λεν τα παραμύθια (289)
Ζούσε κάποτε στον κόσμο………(370)
κι όταν δεν το κάνει αυτό, προσδιορίζει πάλι τον ίδιο μυθικό χώρο:
Ο Ξένος ήρθε μιαν αυγή/ απ’ των παραμυθιών τη γη (198)
χρησιμοποιεί τα γνωστά από κει σύμβολα:
Mια Κυριακή του Μάρτη και μια Σαρακοστή
κρεμάσαμε στο χάρτη μια κόκκινη κλωστή (205)
Υπάρχουν βέβαια και πολλές άλλες λέξεις που θα συναντήσουμε στα παραμύθια, τους μύθους και την παράδοση, συχνές εκεί στη χρήση και χαρακτηριστικές (το κλειδί, το φυλαχτό, το γιατρικό) που χρησιμοποιούν Ελύτης και Γκάτσος. Και οι δυο αντλούν από αυτό το πλούσιο υλικό και ειδικά ο Γκάτσος το αξιοποιεί με απόλυτη φυσικότητα στους στίχους του πλάθοντας μικρές ιστορίες σαν παραμύθια (Η μικρή Ραλλού, 168, Το παιδί με το ταμπούρλο, 370, Κεμάλ, 462), ιστορίες στις οποίες τοποθετεί φράσεις και λέξεις δημώδεις, αχρηστευμένες και ολοένα λιγότερο ακουσμένες στη σύγχρονη ποίηση και τον καθημερινό λόγο, λες και μεταφερμένες στα τραγούδια του από τους αγαπημένους του Παπαδιαμάντη και Μακρυγιάννη, ή τα δημοτικά τραγούδια (σαράντα παλληκάρια, φτωχοκαλυβάκι, το Φροσί, φλάμπουρο, στοιχιά, ρούγα, ροδοζάχαρη, πυργοδέσποινα, προσφάι, Πετρομαγούλα, παραγώνι, κ.λ.π.). Η σημασία που δίνει σ’ αυτή την ενότητα φαίνεται και από το ότι δημιουργεί έναν ειδικό κύκλο στο Φύσα αεράκι φύσα με με τον τίτλο «Παραλογές και παραμύθια», ενώ ήδη και στην Αμοργό συναντούσαμε πριγκίπισσες, μάγισσες, καλικάντζαρους, βρυκόλακες, κ.λ.π. πρόσωπα, εικόνες και σκηνές δηλαδή που μεταφέρθηκαν αργότερα και στα τραγούδια. Αλλά και στον Ελύτη έχει ήδη επισημανθεί και είναι εξάλλου εμφανέστατο πως «τα περισσότερα ποιήματα κινούνται σε μια μυθική, μια παραμυθένια ατμόσφαιρα τραγουδιού. Πρίγκιπες, νεράιδες, ξωτικά, βασιλοπούλες παρελαύνουν στο έργο του ποιητή και υφαίνουν έναν χωροχρόνο μαγικό».15 Όλα αυτά τα πρόσωπα με τους μύθους και τη μνήμη που κουβαλούν και ανακαλούν ενσωματώθηκαν όπως ήταν φυσικό τις πιο πολλές φορές σ’ ένα καινούργιο πλαίσιο στο οποίο επίσης συχνά θα συναντήσουμε δίπλα τους είδωλα από σολωμικές οπτασίες, φεγγαρολουσμένα κορίτσια, πλάσματα άυλα και ιδανικά:
Αερικό αερικό λένε την κόρη που αγαπώ (ΓΚΑΤΣΟΣ, 1965)
Πλάσμα δεν είναι ανθρωπινό/ δεν είναι μήτε ξωτικό
το κορίτσι που αγαπώ (ΕΛΥΤΗΣ, 1962)
Τό’χω βαθύ μεράκι/ να βρω το Μαγισσάκι/Τ’ άπιαστο σαν αερικό (ΕΛΥΤΗΣ, 1972)
Ποσοστό λέξεων σε κοινή χρήση 60 %.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Ήταν μια θεία θέληση/ κι ενός Αγίου τάμα (ΕΛΥΤΗΣ, 19)
Ποιος θεός το θέλησε/ κι έκλεισαν οι δρόμοι (ΓΚΑΤΣΟΣ, 184)
Δεν είναι του παρόντος ν’ αναλύσουμε το μεγάλο κεφάλαιο της σχέσης των δύο ποιητών με τη θρησκεία, την ορθόδοξη παράδοση, τα ιερά κείμενα και τους ύμνους της εκκλησίας. Από το πλούσιο αυτό υλικό, και πέρα από θρησκευτικά πιστεύω, είναι διαπιστωμένο και, ούτως ή άλλως άμεσα αναγνωρίσημο στους στίχους τους, πως Ελύτης και Γκάτσος εμπνέονται, γοητεύονται, αξιοποιούν στο έπακρο και μεταμορφώνουν ποιητικά λέξεις, πρόσωπα και σύμβολα από τον ευρύτερο χώρο της θρησκείας.
Στα τραγούδια του Γκάτσου οι σχετικές αναφορές πλησιάζουν αριθμητικά (σε ένα πρόχειρο υπολογισμό) τις δύο εκατοντάδες. Εκεί θα συναντήσουμε εκκλησιές, σκεύη της λατρείας, καμπαναριά, καντήλια, κεριά, αγίους, αγγέλους, ιερά βιβλία και Γραφές, τον Παράδεισο, τη μεγάλη Εβδομάδα, την Ανάσταση, τον Σταυρό και τα καρφιά, το Διάβολο, τη Δευτέρα Παρουσία, τους Άγιους τόπους, τα μυστήρια, προφήτες, τον Επιτάφιο, κ.λ.π. Η μορφή της Παναγίας και του Χριστού είναι κυρίαρχες. Πρόκειται για τις λέξεις με τη μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης, και οπωσδήποτε με τη μεγαλύτερη ποικιλία στη χρήση τους απ’ όλες τις άλλες λέξεις ή έννοιες που λειτουργούν ως μοτίβα στο έργο του ποιητή. Στον Ελύτη, όπως θα δούμε παρακάτω, οι άγγελοι έχουν τις πιο πολλές παρουσίες. Ονομασίες της Παναγίας που χρησιμοποιεί στα τραγούδια του ο Γκάτσος είναι οι: Μεγαλόχαρη (163), Παναγιά η Κανάλα (163), Καλαμιώτισσα (163), Παναγιά Βλασταρού/ Μαντηλού/ Καλαμού/ Τσεμπερού/ Αμπελού16 (271), των Ουρανών η Πλατυτέρα (393), Κυρά του Κόσμου17 (413), Γρηγορούσα (489), Μητέρα τ’ ουρανού (503), Παναγιά η Παρηγορήτρα (541).
Ο Ελύτης έχει ανάλογες ονομασίες, όχι στα τραγούδια, αλλά σε άλλα έργα του, στη Μαρία Νεφέλη (Παρθένα), στο Εκ του πλησίον (Παρθένος η αμώμητος, και Κυρά Παναγιά ή Μαρία), στο Φωτόδεντρο (Παναγία η Κυπριανή και η Χοζοβιώτισσα), στο Άσμα ηρωϊκό και πένθιμο (Παναγιά), στα Ετεροθαλή (Πλατυτέρα), στα Ελεγεία της Οξώπετρας (Μαρία), στον Κήπο με τις αυταπάτες, όπου συναντάμε και τα χαρακτηριστικά ελυτικά κολάζ με την Παναγία, (η Παρθένος της Σικίνου), στον Ήλιο τον Πρώτο (Γοργόνα Ευαγγελίστρα), και βέβαια στο «Δοξαστικόν» από το Άξιον Εστί όπου απευθύνει «χαιρετισμό σ’ ένα είδωλο Κόρης, που σχηματίζεται με συγχωνευμένες αλληγορικές προεκτάσεις των ΄τεχνουργημένων’ εννοιών της Παναγίας» (της ερημίας των νησιών η Αγία, η Ονειροτόκος, η Πελαγινή, η Αγκυροφόρος κ.λ.π.).18
Σχετικά τώρα με το πως χρησιμοποιείται (κυρίως στο Γκάτσο), και αξιοποιείται το όνομα (Παναγία) μπορούμε να παρατηρήσουμε πως προσεγγίζει «τη χριστιανική αντίληψη του θείου και διασταυρώνεται με την εικόνα της Παρθένου, προστάτιδας των ‘χειμαζομένων’»,19 δηλ. η σημασία που είναι κυρίαρχη είναι αυτή της επίκλησης και αναφοράς στη χάρη Της, στη δύναμη Της, στη συμπόνια κατανόηση και βοήθεια που ζητά ο πιστός από το πρόσωπο της Παναγίας, με μια αγνή πίστη:
Βόηθα Κυρά μου βόηθα Παναγιά (ΓΚΑΤΣΟΣ, 489)
Έλα κυρά και Παναγιά/ με τ’αναμμένα σου κεριά (ΕΛΥΤΗΣ, 47)
Στο βράχο στη Μονεμβασιά
μπήκα κι εγώ στην εκκλησιά
ν’ ανασπαστώ τη Χάρη της (ΓΚΑΤΣΟΣ, 629)
Ο Ελύτης, κάποτε, αντιστρέφει το αντικείμενο της επίκλησης, αγιοποιεί και κατευθύνει το σεβασμό του στον αγαπημένο του, κι επίσης συμβολικό, Αύγουστο, που είναι και τίτλος τραγουδιού, αφού για τον ίδιο ο Θεός και η σοφία του κρύβεται επίσης στον επίγειο παράδεισο της φύσης:
Απ’ την Παρθένο στο Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν’ ανάψουμε (ΕΛΥΤΗΣ, 54)
Η Παναγία είναι βέβαια παραστάτης και στήριγμα σε κάθε δύσκολη αλλά και ευτυχισμένη στιγμή, από τα πρώτα νανουρίσματα ως μια ευτυχισμένη στιγμή της ενήλικης ζωής που συμβολίζει ο γάμος:
Να δώσει η Μεγαλόχαρη κι η Παναγιά η Κανάλα
να μεγαλώσεις γρήγορα σαν τα κορίτσια τ’ άλλα.
Και τ’ Άγιο-Λιος ανήμερα στη Νάξο και στην Πάρο
να δώσει η Καλαμιώτισσα γυναίκα να σε πάρω.
ΓΚΑΤΣΟΣ (163)
Την Παναγιά την Κανάλα αναφέρει και ο Ελύτης στο Μικρό Ναυτίλο,20 ανάμεσα σ’ έναν καταιγισμό ονομασιών της Παναγίας που υπάρχουν στο συγκεκριμένο ποίημα:
Λάμπουσα και Κανάλα μου και Παραπορτιανή μου
ΕΛΥΤΗΣ
Η ποιητική ταύτιση και φαντασία, Γκάτσου και Ελύτη, προχώρησε και στη μορφή της Παναγίας σε μια μεταφορική χρήση που προσέδωσε σ’ αυτό το πρόσωπο ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Έτσι, και οι δυο, σε αρκετές αναφορές τους στην Παναγία κρατούν τα βασικά στοιχεία που συνοδεύουν τη μορφή της, μεταφέροντάς τα όμως έντεχνα σε άλλες μορφές γυναικείες, που αντιστοιχούν συνήθως στο γνωστό ρομαντικό κορίτσι-όνειρο. Ο Γκάτσος πρώτη φορά εισάγει αυτή την εικόνα στο «Τραγούδι της Σειρήνας», ένα από τα παλιότερά του τραγούδια. Το θέμα του τραγουδιού είναι ένας χωρισμός. Ο τόπος που ο πρωταγωνιστής καταφεύγει αμέσως μετά για παρηγοριά, είναι η εκκλησία, κι όχι κάπου αλλού. Τα σύμβολα (κεριά, καντήλια) της εκκλησίας, από σύμβολα λατρείας θρησκευτικής μεταμορφώνονται, συνδέονται και ταυτίζονται με το συγκεκριμένο πρόσωπο:
Με τ’ άσπρο μου μαντήλι
θα σ’ αποχαιρετήσω
και για να μου ’ρθεις πίσω
στην εκκλησιά θα μπω.
Θ’ ανάψω το καντήλι
και το κερί θα σβήσω
τα μάτια μου θα κλείσω
και θα σ ’ονειρευτώ.
(33)
Την ίδια χρονιά (1963) ο ποιητής εισάγει στην ίδια εικόνα και κάνει την καθοριστική σύνδεση/ταύτιση του προσώπου της Παναγίας μ’ αυτό της ‘αγαπημένης’. Το «Μια Παναγιά» είναι το ένα από τα τέσσερα ελληνικά τραγούδια που ο Ελύτης, όπως γράφει στο Μικρό Ναυτίλο,21 θα διάλεγε για να γεμίσει τον ταξιδιωτικό του σάκο των αιώνια αγαπημένων έργων. (Μάλιστα τα δύο, από τα τέσσερα συνολικά, είναι ποιήματα του Γκάτσου). Οι στίχοι του Γκάτσου τοποθετούνται με απόλυτη φυσικότητα δίπλα στον Μπωντλαίρ, τον Καβάφη, τον Μπετόβεν, τον Σοφοκλή και δεκάδες άλλους ‘ήρωες’ του Ελύτη. Αυτό βέβαια δεν γίνεται με κάποια αξιολογικά κριτήρια, απλώς είναι ενδεικτικό της αγάπης και θαυμασμού που τρέφει για το φίλο και ομοϊδεάτη ποιητή.
Μια Παναγιά
μιαν αγάπη μου έχω κλείσει
σ’ ερημοκλήσι αλαργινό.
Κάθε βραδιά της καρδιάς την πόρτα ανοίγω
κοιτάζω λίγο
και προσκυνώ.
(38)
Εξάλλου κι ο ίδιος ο Ελύτης θα γράψει με το δικό του τρόπο στα Ρω του Έρωτα πως «έχει τον ήλιο φορεσιά/ τα κύματα περπατηξιά/ η μικρή μου η Παναγιά»,22 ενώ στην «Παναγία των κοιμητηρίων» από την ίδια συλλογή, στήνει εκκλησία για την Παναγία στην ακροθαλασσιά, σε καλοκαιρινή και γιορτινή ατμόσφαιρα, παράλληλα, και την ίδια περίπου εποχή με τον Γκάτσο.
Αυτή η εικόνα και ατμόσφαιρα του νησιώτικου ξωκλησιού, σε συνδυασμό με το κορίτσι και τον έρωτα είναι μια από τις πιο αγαπημένες και σημαίνουσες στον Ελύτη. Φαίνεται καίρια στα κολάζ του που αποτελούν «μια οπτική παράσταση της ποίησής του»,23 σε πολλούς στίχους, αλλά και στα γραπτά του:
«Προσωπικά, δεν θυμάμαι ποτέ να δοκίμασα συγκίνηση απέναντι στον Παρθενώνα ή την Ιλιάδα, στις ψηφιδογραφίες της Ραβέννας ή τον Σολωμό. Δόνηση, ναι/…/ Πιο καλά θάλλουν τα λουλούδια στον Επιτάφιο. Μυρίζει έρωτα η εκκλησία». Ο ΕΛΥΤΗΣ24
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
Τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι
(ΕΛΥΤΗΣ, 77)
Ενδεικτικό αυτής της αίσθησης και οπτικής γωνίας του Ελύτη είναι και το αυτοβιογραφικό τραγούδι Ο Ταμένος (76) από τα Ρω του Έρωτα που συνοψίζει ίσως στους στίχους του όλα τα παραπάνω (παρατίθεται ολόκληρο):
Σηκώθηκε ο πουνέντες και λυσσά
της Παναγίας φτάνει ως τα μισά
Στάζουν οι πέπλοι λάμπουν τα χρυσάφια
σκαμπανεβάζουν γύρω τα χωράφια
Από παιδί σα νά’ σουν εκκλησά
παλιό μου καλοκαίρι σ’ έζησα
Θυμάμαι που οι αγγέλοι τρομαγμένοι
ανεβοκατεβαίναν οι καημένοι
Κι όλο ζητούσα πως την Ομορφιά
να τήνε κατεβάσω απ΄τα καρφιά
Κι όλο μ’εριχνε κάτου θυμωμένος
Εκείνος οπού του ήμουνα ταμένος
Tα σύμβολα του θεϊκού μαρτυρίου αξιοποιεί διαρκώς στα τραγούδια του ο Γκάτσος. Από δω ξεκινά και μια βασική τους διαφοροποίηση. Ο Γκάτσος, αποδέχεται πλήρως τα θεϊκά Πάθη, τον συγκινούν βαθύτατα (η Μεγάλη Παρασκευή είναι η αγαπημένη του μέρα), και απλώνει μεταφορικά τον ορίζοντά τους για να χωρέσουν τα ανθρώπινα πάθη (κάτι ανάλογο, τηρουμένων των αναλογιών, που επιχείρησε ο Ελύτης με τη βυζαντινή υμνογραφία στο Άξιον εστί). Ενδεικτικές περιπτώσεις:
Κάποιον σταυρώνουν σήμερα /έλα κι εσύ ν’ ακούσεις τα σφυριά./ ../.έλα κι εσύ να φέρεις λίγο φως. (247)
Ψυχή στο βράχο καρφωμένη με εφτά καρφιά/
μπόρα σκληρή σε περιμένει και μια συννεφιά (53)
…ήρθα και σού’βαλα στο χέρι/ σίδερο πέτρα και μαχαίρι
και του σταυρού σου τα καρφιά (69)
Όταν σήκωσα το βαρύ σταυρό μου
παράγγειλες νά’ρθω να σε βρω.(167)
Αγόρι ματωμένο/ θεριά σε ζώσανε/
χαράματα σε πήραν/ και σε σταυρώσανε (170)
Πρόκειται για το γνωστό παλικάρι/παιδί που είναι ταγμένο σε θυσία.
Κάτω στο μεγάλο δρόμο/ είχαμε τα νιάτα νόμο
και με το σταυρό στον ώμο/ προχωρήσαμε (186).
Το νόημα εδώ οριοθετείται στον επόμενο στίχο (ήταν δύσκολα τα χρόνια) και ο σταυρός παραπέμπει στις δυσκολίες, τους πολέμους, και τις διαψεύσεις μιας γενιάς σημαδεμένης, της γενιάς του ποιητή.
Μάνα μου μάνα/ στα χέρια μου σήμερα/ καίνε τα καρφιά
και στην τελευταία στροφή του ίδιου ποιήματος η έκκληση
τον ήλιο σου φέρε μου πάνω στο σταυρό (267)
που αποτελεί έκκληση στη μάνα-Παναγία, ως μορφή που αποπνέει καρτερία, πόνο, σοφία, συμπαράσταση και υπομονή.
Μια άλλη μεταφορική προέκταση, είναι η ‘σταύρωση’ όσων αγαπούν. Αυτούς τους αντιλαμβάνεται και ονομάζει ο ποιητής, ιδωμένους ρομαντικά ως, του ονείρου οι κυνηγοί που:
πάλεψαν ματώσανε/ το σταυρό σηκώσανε (483)
κι αλλού
ήτανε σκοτάδι στα μεσάνυχτα του νου
τότε που σε πήραν κι ήρθα πρώτη να σε βρω
καρφωμένο απάνω σ’ ένα δέντρινο σταυρό (425).
Το ποίημα «Σταυρός» (483) ενώ ξεκινά και αναπτύσσεται σ’ ένα προσωπικό επίπεδο που μπορεί να αφορά, όπως είδαμε, «τον κάθε εσταυρωμένο»,25 καταλήγει σ’ ένα μονόλογο που παραπέμπει προς τον Χριστό ως Εσταυρωμένο: ξέρω πως αν ήταν και ξυπνούσες μιαν αυγή/ πάλι το σταυρό σου θά’ χαν έτοιμο στη γη.
Η συμβολική σταυρική θυσία, όπως συνοπτικά παρακολουθήσαμε εδώ, είναι και η επωδός που προόριζε ο ποιητής για τον ανολοκλήρωτο «Μανιάτικο Εσπερινό» (629), που, αντίστοιχα, με τον Ταμένο του Ελύτη που είδαμε παραπάνω συνοψίζει, πιστεύουμε, την κοσμοθεωρία του Γκάτσου:
Πάντα στον κόσμο θά’ ρχεται
Παρασκευή Μεγάλη
και κάποιος θα σταυρώνεται
για να σωθούν οι άλλοι.
Φαίνεται έτσι καθαρά πως όλα τα παραπάνω ονόματα, λέξεις, σύμβολα αποτελούν ταυτόχρονα μια κοινή πηγή έμπνευσης, όπως ο παράδεισος26 (κάποτε και διπλός)27, με τα περιβόλια του, στον οποίο τοποθετούν πολλές φορές τη ‘σκηνογραφία’ των τραγουδιών τους Γκάτσος και Ελύτης:
Δύο είν’ οι Παράδεισοι/ που λέει κι η παράδοση
(ΕΛΥΤΗΣ, 70)
Και με σπαθί δαμασκηνό/ κόβω στα δυο τον ουρανό
νά’χει διπλό παράδεισο (ΓΚΑΤΣΟΣ, 630)
πάντα με θετικές (και συχνά ερωτικές) συνυποδηλώσεις:
Και κάθε που το χέρι του γυρίζει
στο μέρος που σγουραίνει και μαυρίζει
Με παίρνει τ’ αεράκι και πηγαίνω
στου Παραδείσου τα περβόλια μπαίνω (ΕΛΥΤΗΣ, 65)
έλα να με βρεις στου παράδεισου τη βρύση (ΓΚΑΤΣΟΣ, 331)
Πέντε γράμματα ταιριάξανε και κάναν την αγάπη
πέντε γράμματα μας παν ως του παράδεισου την άκρη (ΓΚΑΤΣΟΣ, 387)
έπαιρνε ο έρωτας το σώμα στου παραδείσου τη φωτιά (ΓΚΑΤΣΟΣ, 412)
Έρωτα/ είδα το σημάδι σου/ φώτα του παράδεισου
κι άστρα μυστικά (ΓΚΑΤΣΟΣ, 591)
Συνεχίζεται…
**************************************************************************
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1 Με λιονταριού καρδιά τα σαράντα παληκάρια της δημοτικής παράδοσης στη Μικρή Ραλλού (168) του Γκάτσου και με τη δύναμη του λιόντα η Alfa Romeo (68) του Ελύτη.
2 Πρβλ. Και το στίχο Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός από τους «Προσανατολισμούς» του Ο. Ελύτη στο ποίημα «Ελένη», εκδ. Γαλαξίας, (7η έκδ.), Αθήνα 1979, σ. 62.
3 Φράση του Γ. Σεφέρη σε επιστολή του προς τον Ν. Βαλαωρίτη στο Νάνος Βαλαωρίτης-Γιώργος Σεφέρης. Αλληλογραφία, έκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2004, σ. 77.
4 Guy Saunier, Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και το αρσενικό νερό, στο αφιέρωμα του περ. «χάρτης» για τον ποιητή, τ. 17-18, Αθήνα, Νοέμβριος 1985, σ. 727.
5 Πρβλ. στον Ελύτη πάλι και στο ποίημα Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα από τον «Ήλιο τον Πρώτο» (που τα περισσότερα ποιήματα του μελοποιήθηκαν από τον Γ. Μαρκόπουλο) το στίχο να στρώσει νυφικό το πέλαγο. Όμως –για την ιστορία- το συγκεκριμένο ποίημα μελοποιήθηκε από τον Μ. Θεοδωράκη και εντάχθηκε στις Μικρές Κυκλάδες.
6 Τα τραγούδια που αναφέρονται στην ενότητα εδώ, πάντα επισημαίνονται ενδεικτικά.
7 Ο Γκάτσος στο συγκεκριμένο θέμα βρίσκεται πιο κοντά στον Σεφέρη στον οποίο «μια συνεχής αναζήτηση της θάλασσας και του υγρού καταλήγει σε ταξίδια που δεν τελειώνουν και που συνθλίβουν τον ναυτικό. Η λεία επιφάνεια-καθρέφτισμα αναπόφευκτο της ψυχής- κρύβει ένα σκοτεινό βυθό, χώρο θανάτου, κατοικία των νεκρών». Λίνα Λυχναρά, Το μεσογειακό τοπίο στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη και του Οδυσσέα Ελύτη, εκδ. Γαβριηλίδης (2η έκδ.), Αθήνα 2002, σ. 254-255.
8 Που στη ‘φωτεινότερη’ εκδοχή του παρουσιάζεται ως ευχή-ύμνος στο ατέλειωτο ελληνικό ανά τους αιώνες ταξίδι, στο στίχο: Άγιε Νικόλα/παρακαλώ σε/ στα πέλαγα όλα/ λουλούδια στρώσε, από το τραγούδι «Με την Ελλάδα καραβοκύρη» (63).
9 Κάτι που δε φαίνεται ποτέ να συγκινεί τον Ελύτη. Αυτές οι συνεχείς αναφορές του Γκάτσου στην ξενιτιά σε συνδυασμό με το θρήνο για κάποιον ναυτικό που χάνεται σ’ αφιλόξενα νερά πιθανόν να σχετίζεται και με τον πρόωρο χαμό του πατέρα του σε ναυάγιο, κάτι που τον επηρέασε βαθύτατα, όταν ο ίδιος ήταν πολύ μικρός, αλλά και με τα δημοτικά βέβαια που την ‘ξορκίζουν’ συχνά.
10 Ας θυμηθούμε ενδεικτικά ότι στο διάστημα της δικτατορίας η αισθητική του τραγουδιού μετά τη μεγάλη επανάσταση στο στίχο και τη μουσική που έφεραν οι Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Μαρκόπουλος, Λοίζος, Χριστοδούλου, κ. ά. ανακόπηκε απότομα, όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποστασιοποιούνται και παροπλίζονται, ή φεύγουν στο εξωτερικό, και σύντομα παντού οι γειτονιές και τα ραδιόφωνα κατακλύζονται από τραγούδια τύπου «Ο Σταμούλης ο λοχίας», «Κυρά Γιώργαινα», «Ας είμαστε ρεαλισταί» κ.λ.π. που πέρα απ’ το χαριτωμένον του πράγματος τελικά δημιούργησαν ένα κλίμα τρομακτικής ένδειας του στίχου μέσα στο οποίο τα τραγούδια που έγραψαν τότε Ελύτης και Γκάτσος, μαζί μ’ αυτά ίσως του Λ. Παπαδόπουλου (και ελαχίστων άλλων) διατήρησαν ένα ήθος, μια ειλικρίνεια και εν τέλει μια φανερή ή υποβόσκουσα ποιητικότητα που ήταν κάτι παραπάνω από αντισταθμιστικά απαραίτητη σε μια αντιποιητική και αντιπνευματική εποχή.
11 Τον ‘σταυρό της θαλάσσης’ ξαναχρησιμοποιεί ο Ελύτης με ανάλογη διάθεση και στο ποίημα «Ο Αύγουστος»: Απ’ την Παρθένο στο Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε/ κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν’ ανάψουμε. (54)
12 Κάνουμε αυτή τη διευκρίνηση γιατί π.χ. σε άλλα σημεία της ποίησής του η Μοίρα έχει μια εντελώς άλλη σημασιοδότηση και αντιμετώπιση, όπως π.χ. στο γνωστό στίχο από το Άξιον Εστί : «Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου μοίρα».
13 Πρβλ. και το ισοδύναμο νοηματικά: στα σκυλιά μου γύρισα και στους ωροσκόπους, με την έννοια της απογοήτευσης από την ανθρώπινη μοίρα και την σκληρή πραγματικότητα που κάνει έτσι κάποτε και τους δυο ποιητές ειρωνικά να στρέφονται σε χαρτορίχτες, τον καφέ, τα ζώδια κ.λ.π. Ο στίχος βρίσκεται ως επιλογική στροφή σε τραγούδι του Γκάτσου (581).
14 Οδυσσέα Ελύτη, Ήλιος ο Πρώτος, εκδ. Ίκαρος (8η έκδ.), Αθήνα 1989, σ. 27.
15 Βλ. σχετικά «Στοιχεία λαϊκής παράδοσης στο έργο του Ελύτη» από το βιβλίο Ο Ελύτης στην εκπαίδευση.
16 Οι συγκεκριμένες ονομασίες της Παναγίας φαίνεται, από την έρευνα που κάναμε, να είναι του Γκάτσου. Η κατάληξη –ου του τέλους βέβαια συνηθίζεται στην Πελοπόννησο, όμως στην καταγραφή μοναστηριών, της Πελοποννήσου τουλάχιστον, δεν υπάρχουν. Μόνο εκκλησία της Παναγίας στα Αμπελάκια. Νά’ ναι αυτή που ο ποιητής ονομάζει, όπως θα’ λεγε ίσως κι ένας ντόπιος, η Αμπελού; Αν πραγματικά, απ’ ότι φαίνεται, πρόκειται για ονομασίες που έπλασε ο ποιητής είναι ενδιαφέρον να επισημάνουμε εδώ πως είναι και οι μοναδικές λέξεις που δημιούργησε ο ίδιος (σ’ αντίθεση π.χ. με τον Ελύτη που μόνο στο Άξιον Εστί υπάρχουν αρκετές, σύνθετες κυρίως, λέξεις δικής του επινόησης).
17 Κατευθείαν από το δημοτικό τραγούδι. Πρβλ. Κι ο Θεός την εσυνάκουσε και η Κυρά του κόσμου, στην παραλογή «Η νύφη που κακοτύχησε». Το δημοτικό τραγούδι: Παραλογές, σε επιμέλεια Γιώργου Ιωάννου, εκδ. Εστία, Αθήνα 1983, στη σειρά ‘Νέα Ελληνική βιβλιοθήκη’, σ. 70.
18 Τ. Λιγνάδη, Το Άξιον Εστί του Ελύτη, εκδ. Πορεία (Ι΄έκδ.), Αθήνα 1999, σ. 255.
19 Ερατοσθένης Καψωμένος, «Lo Spirito Terrestre», στο Εισαγωγή στην ποίηση του Σολωμού (Επιλογή κριτικών κειμένων), Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999, σ. 420.
20 Ο. Ελύτης Ο Μικρός Ναυτίλος, εκδ. Ίκαρος (4η έκδ), Αθήνα 1996, στο ποίημα με τον αριθμό 12 από την ενότητα «Και με φως και με θάνατον».
21 Ο. Ελύτης Ο Μικρός Ναυτίλος, ό. π., στην ενότητα «ΟΤΤΩ ΤΙΣ ΕΡΑΤΑΙ- Ο ταξιδιωτικός σάκος», σ. 43.
22 Ο. Ελύτης, «Ανάμεσα Σύρο και Τζια», από τα Ρω του Έρωτα, εκδ. ύψιλον/ βιβλία (3η έκδ.), Αθήνα 1986, σ. 23.
23 Μ. Μερακλής, Δεκαπέντε ερμηνευτικές δοκιμές στον Οδυσσέα Ελύτη, εκδ. Πατάκη (3η έκδ), Αθήνα 1997, σ. 13.
24 Ο. Ελύτη, Ιδιωτική οδός, έκδ. Ύψιλον/βιβλία (2η έκδ.), Αθήνα 1995, σ. 33
25Από το σημείωμα του Μ. Χατζιδάκι στο εσώφυλλο του δίσκου Οι μύθοι μιας γυναίκας.
26 «Το ποιητικό όραμα του Παραδείσου παραμένει κύριο αίτημα της ποίησης του Ελύτη» Αλίκη Τσοτσορού, Μεταφορές στο «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», στο αφιέρωμα στον Ο. Ελύτη του περ. «Χάρτης», τ. 21-23, σ. 383.
27 Απόηχος πιθανόν του αγαπημένου και στους δυο Σολωμού και του στίχου Κι ολόκληρη Παράδεισο διπλή Παράδεισό’ ναι που προέρχεται από Αγνώστου ποιήματος αποσπάσματα (Δ. Σολωμού, Άπαντα, τόμος πρώτος, σε επιμέλεια Λίνου Πολίτη, Ζ΄ έκδ., Ίκαρος 1999, σ. 263.)









