Fernando Pessoa, Ανθολογία ποιημάτων (Εισαγωγή- Μετάφραση: Στάθης Λειβαδάς) -Α΄ ΜΕΡΟΣ
MENSAGEM
FERNÃO DE MAGALHÃES (ΦΕΡΝΑΟ ΝΤΕ ΜΑΓΚΑΛΑΕΣ)
Στη κοιλάδα καίει μια φωτιά.
Ένας χορός κλονίζει ολάκερη τη γη.
Και σκιές τσακισμένες και δύσμορφες
διαβαίνουν μέσα σε μαύρες ανακλάσεις της
ροβολώντας τις πλαγιές
για να χαθούν στο σκοτάδι.
Ποιού ο χορός τη νύχτα τρομάζει;
Είναι οι Τιτάνες, τα παιδιά της Γής,
πού χορεύουν στο χορό
του ναυτικού
πού θέλουν να σφίξουν
με μητρική αγκάλη
- Σφίξτε τον, τον πρώτο των αντρών –
στα μάκρη της ακρογιαλιάς πού τελικά ετάφη.
Χορεύουν και ούτε πού ξέρουν
ότι η γενναία ψυχή
από τον κάτω κόσμο ακόμα
διαφεντεύει την αρμάδα
καρπός χωρίς σώμα
πού τα πλοία πηδαλιουχεί
ίσαμε το βάθος του ορίζοντα:
Πού και λείποντας ακόμα
ήξερε να κρατά ολάκερη τη γη
στην πυγμή του.
Τη γη εμάστιζε.
Αλλά αυτοί δεν το ξέρουν και χορεύουν
στην αλησμονιά˙
Και σκιές τσακισμένες και δύσμορφες
πού πάνε να χαθούν στους ορίζοντες
ανεβαίνουν την κοιλάδα
από τις πλαγιές
των βουβών λόφων.
***
II
HORIZONTE (ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ)
Θάλασσα πού μας προεξόφλησες,
οι φόβοι σου έκρυβαν
κοράλλια, ακρογιαλιές και δενδρώνες.
Ξεγυμνωμένοι από τη νύχτα
και την ομίχλη
από θύελλες περασμένες και το μυστήριο
τα πλοία των μυημένων
είδαν τα μάκρη ν’ ανοίγουν τα πέταλα
και τον Νότο τον αστρόφωτο
να μαρμαρυγεί.
Λιτή γραμμή της μακρινής ακτής –
Όταν το πλοίο πλησιάζει
μια πλαγιά ξεπροβάλλει
με δέντρα πού μακράν
ήταν αόρατα˙
Από κοντά ανοίγεται η στεριά
σε ήχους και χρώματα:
Και με το ξέμπαρκο
είναι λουλούδια και πουλιά
εκεί πού απόμακρα
ήταν μόνο γραμμή αφηρημένη.
Το όνειρο είναι
να βλέπεις φόρμες ανείδωτες
ακαθόριστης απόστασης
με τη διαίσθηση
πού κινούν ελπίδα και θέληση
να ψάχνεις στην ψυχρή γραμμή
του ορίζοντα
το δέντρο, την ακρογιαλιά,
το λουλούδι, το πουλί, την πηγή –
Τα φιλιά πού αξίζουν της αλήθειας.
**
III
ULISSES (ΟΔΥΣΣΕΑΣ)
Ο μύθος είναι το τίποτα πού είναι το παν.
Ο ίδιος ο ήλιος πού στον ουρανό χαράζει
είναι μύθος λαμπρός και άφωνος –
Το νεκρό σώμα του Θεού
ασπαίρον και γυμνό.
Αυτός πού άραξε εδώ
γιατί δεν ήταν, άρχισε να υπάρχει.
Δίχως να υπάρχει μας εχόρτασε.
Χωρίς να έχει έρθει ποτέ
ήταν ερχόμενος και μας έπλασε.
Έτσι ο μύθος σιγά
τρυπώνει στα πράγματα
τα μεστώνει και εκλείπει.
Η ζωή από κάτω,
μισό του ουδενός
μικραίνει.
***********************************************************************

(Από την ανθολόγηση: Poesie di Fernando Pessoa)
I
HORA MORTA (ΝΕΚΡΗ ΩΡΑ)
Αργή, αργή η ώρα
μέσα μου αντηχεί…
Αργή, αργή, αργή
αργή και νυσταλέα
η ώρα διαλύεται….
Όλα τόσο άχρηστα!
σαν θνησιγενή από θεού
μάταια – τόσο μάταια…
Ένα όνειρο πού νοιώθει
ότι υπάρχει ερήμην του…
Ναυάγιο το δειλινό
ώρα της pietà…
όλα αχλύ και συμβεβηκός….
Ώρα κενή και χαμένη
βιωμένη και αποτεφρωμένη
(ποιο βράδυ με κατέχει;).
Γιατί αργός απέναντι της,
τόσο αργή στο κάλεσμα της,
να αισθάνομαι την αγνόηση;
Γιατί με παγώνει
η ίδια η σκέψη
ότι ονειρεύομαι ένα έρωτα;
**
II
PASSOS DA CRUZ (ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ)
ΙΧ
Μια βεράντα ρημαγμένη
είναι η καρδιά μου
πού βλέπει προς τη θάλασσα
βουλιμικά.
Βλέπω με την ψυχή μου να περνούν
αναρίπιστα πανιά
και το καθένα το νόστο
το δικό του.
Ένα ρίγος σκιές και ψίθυροι
στην ατόφια ερημιά του αέρα
ανακαλεί αστέρια της νύχτας
μακρινού στερεώματος
κι’ η βεράντα φευγάτη…
Κι’ ανάμεσα σε φοινικιές
των Αντιλλών
πού καθρεφτίζονται
μέσα από παραπετάσματα
αμέθυστων
τα όνειρα δαχτυλοκρύβονται.
Λειψό το ηδύ
για να γεμίσει το αχανές
ανάμεσα στα τρόπαια
πού στήθηκαν
για ένα θρίαμβο παταγώδη
και διαπεραστικό.
**
IΙΙ
A MUMIA (Η ΜΟΥΜΙΑ)
I
Ταξίδεψα λεύγες σκιάς
Μέσα στη σκέψη μου.
Ανθοβόλισε ανεστραμμένα
Η ραθυμιά μου ξεκάρφωτη
Και σβήσανε τα φώτα
Στη κλίνη την ετοιμόρροπη
Όλα έτοιμα να γίνουν
Μια έρημος λεία
Μέσα από το άγγιγμα
Των βελούδων της κλίνης
Κι όχι από τη ματιά μου.
Μια όαση στο Αβέβαιο
Και, σα μια υποψία
Φέγγους μέσα από το συμπαγές
Περνάει ένα καραβάνι.
Ξέχασα μονομιάς
Πως είναι ο χώρος, ο χρόνος
Αντί για το οριζόντιο
Το κατακόρυφο.
Πέφτει η κλίνη
Μέχρι που δεν ξέρω
Ίσαμε ’κει που δεν θα με βρει.
Ανεβαίνει κάπνα λιγνή
Των αισθήσεων μου.
Σταματώ να περιλαμβάνομαι
Εντός μου. Δεν υπάρχει
Εδώ-μέσα ούτε εκεί-έξω.
Και η έρημος τώρα
Γύρισε τ’ανάποδα.
Το νόημα της κίνησης μου
Λησμόνησε το όνομα μου.
Το σώμα μου βαραίνει στην ψυχή μου
Νοιώθω σαν ένα παραπέτασμα
Που κρέμεται στο δωμάτιο
Όπου κείται κάποιος νεκρός.
Κάτι έπεσε
Και κουδουνίζει ίσαμε το άπειρο.

**
IV
Στη σκιά η Κλεοπάτρα κείται νεκρή.
Βρέχει.
Προσόρμισαν το καράβι στραβά.
Βρέχει πάντα.
Γιατί κοιτάς τη πόλη τη μακρινή;
Η ψυχή σου είναι η πόλη η μακρινή.
Βρέχει και κρύο.
Και όσο για τη μάνα που γλυκοκρατεί στην αγκαλιά ένα νεκρό αγόρι –
Όλοι κρατάμε στην αγκαλιά ένα αγόρι νεκρό.
Βρέχει, βρέχει.
Το πένθιμο χαμόγελο στα αποκαμωμένα χείλη σου
Το βλέπω σαν τη χειρονομία των δαχτύλων σου αγκιστρωμένα
στα δαχτυλίδια σου.
Γιατί να βρέχει;
**
V
Ποιανού είναι το βλέμμα
πού κοιτάζει με τα μάτια μου;
Όταν σκέφτομαι ότι κοιτάω,
ποιος συνεχίζει να βλέπει
ενώ εγώ σκέφτομαι;
Από ποιους δρόμους προχωρούν
όχι τα θλιβερά βήματα μου,
αλλά η πραγματικότητα
βαδίζοντας μαζί μου;
Κάποιες φορές
στο ημίφως του δωματίου μου,
όταν εγώ ο ίδιος
ίσαμε το βάθος της ψυχής μου
μόλις πού υπάρχω,
μέσα μου παίρνει
το Σύμπαν
ένα νόημα άλλο:
είναι μια κηλίδα ξεθωριασμένη
του να έχω ο ίδιος συνείδηση
της ιδέας μου για τα πράγματα.
Αν ανάψουν τα κεριά
και δεν υπάρχει μόνο
το φως το λιγνεμένο έξω –
δεν ξέρω ποια λάμπα
του δρόμου είναι αναμμένη –
θα ’χω τον σκοτεινό πόθο
Ζωή και Σύμπαν
τίποτα άλλο να μη κατέχουν
παρά τούτη τη ζοφερή στιγμή
πού τώρα είναι η ζωή μου:
Μια ροή ενεστώσα
ενός ποταμού
πού πάντοτε ρέει
αλησμονώντας του.
Χώρος αινιγματικός
ανάμεσα σε έρημους τόπους
πού το νόημα του είναι ουδέν
και χωρίς τίποτα να είναι για τίποτα.
Και έτσι περνάει η ώρα
μεταφυσικά.
**
VI
Πέφτουν οι αγωνίες μου
Από μια σκάλα κάτω.
Οι πόθοι μου αιωρούνται
Μέσα σ’ ένα κήπο κατακόρυφο.
Στη Μούμια η θέση είναι απολύτως ακριβής.
Μουσική μακρινή,
Μουσική υπερβολικά μακρινή,
Για τη Ζωή που περνάει
Και να τη γραπώσεις σου ξεφεύγει.
**
VII
Γιατί ανοίγουν τα πράγματα φτερά για να περάσω;
Φοβάμαι να περάσω ανάμεσα τους, τόσο αταλάντευτα
συνειδητά.
Φοβάμαι να τ’ αφήσω ξωπίσω μου μη τραβήξουν
τη μάσκα.
Νοιώθω την απουσία ματιών που με καρφώνουν, και αναρριγώ.
Χωρίς να κινούνται οι τοίχοι με ταρακουνούν
Μου μιλούν χωρίς φωνή σαν να μου μιλάνε οι καρέκλες
Τα σχέδια του τραπεζομάντηλου έχουν ζωή, καθένα
μια άβυσσος.
Λάμψη που χαμογελά με ορατά χείλη αόρατα
Η πόρτα να ανοίγει συνειδητά
Με το χέρι να μην είναι τίποτα άλλο παρά η διαδρομή για ν’ανοίξει.
Από πού με κοιτάνε;
Ποιά πράγματα ανίκανα να δουν με κοιτάζουνε;
Ποιος παρακολουθεί τα πάντα;
Οι γωνίες με καρφώνουν.
Χαμογελούνε πράγματι οι αλφαδιασμένοι τοίχοι.
Αίσθηση της ύπαρξης μόνο οι σπόνδυλοι μου.
Τα σπαθιά.
[1914-1917]
**
VIII
Μακριά μου υπάρχω μέσα μου
Χωριστά μου υπάρχω
Στη σκιά και τη κίνηση που με συνιστούν.
1.1.1920

**
IX
Η σελήνη (λένε οι Εγγλέζοι)
Είναι φτιαγμένη από πράσινο τυρί.
Απ’ ὀταν χίλιες φορές σκέφτεσαι
Πάντα μια ιδέα χάνεται.
Κι’ ήταν αυτή, ήταν, ήταν αυτή
Που μπορούσε να σώσει
Τη ψυχή μου από τον πόνο και το πλάκωμα,
Το να νοιώθει και να νογάει.
Ναι, όλα μου τα πισωγυρίσματα
Είναι στο να νοιώθω ότι σκέφτομαι …
Το φεγγάρι (λένε οι Εγγλέζοι)
Είναι κυανό πότε πότε.
14.11.1931
**
Χ
Δεν θέλω τίποτα, ούτε λέξεις, ούτε αλήθειες.
Ετούτες κι οι άλλες τι είναι;
Θραύσματα πραγματικότητας ξεκομμένα
Στιγμιότυπα διαστολής της καρδιάς.
Δε θέλω τίποτα. Σκέφτηκα ίσαμε το τέλος της σκέψης.
Φαντάστηκα μέχρι να γραπωθώ από φόβο
Από το πιο μικρό κομμάτι ουρανού η θάλασσας
Μόνο γιατί το να υπάρχω δεν με τρομάζει.
Άχρηστη επαφή ανάμεσα στο τι είμαι και ποιος είμαι,
Ψευδο-μεταφυσική πεθαμένων αισθήσεων …
Δεν θέλω τίποτα. Είμαι ένας τυφλός ζητιάνος
Που θα χτυπάω τις πόρτες, σ’ ένα έρημο χωριό.
13.5.1932
**
ΧI
Epigrama (Επίγραμμα)
Οι θεοί είναι ευτυχισμένοι.
Ζούνε την ήρεμη ζωή των ριζών.
Τους πόθους τους η μοίρα δεν τους καταπατεί,
Η, αν τους καταπατεί, τους θεούς τους απολυτρώνει
Γιατί στη ζωή την αιώνια
Δεν υπάρχουνε
Σκιές η άλλα που τους σκοτίζουν.
Και, εδώ που τα λέμε, δεν υπάρχουν …
10.7.1920
**
ΧII
Ονειρεύομαι. Δεν ξέρω ποιος είμαι αυτή τη στιγμή.
Κοιμάμαι και με νοιώθω. Την γαλήνια ώρα
Η σκέψη μου διαφεύγει τη σκέψη,
Η ψυχή μου δεν έχει ψυχή.
Αν υπάρχω, λαθεμένα το πιστεύω. Αν ξυπνάω
Φαίνεται να λαθεύω. Νοιώθω ότι δεν ξέρω.
Τίποτα δε θέλω, ούτε κατέχω, ούτε θυμάμαι.
Δεν κατέχω ούτε το είναι ούτε το νόμο.
Χάσμα της συνείδησης ανάμεσα σε ψευδαισθήσεις,
Στοιχειά με περιορίζουν και με περιέχουν.
Κοιμήσου, ασύνειδη των καρδιών των αλλονών,
Καρδιά του κανενός!
6.1.1923
**
ΧIII
Ακούω να διαβαίνει ο άνεμος τη νύχτα.
Το νοιώθεις γύρω-γύρω, και ψηλά, στο μαστίγωμα
Του να μη ξέρεις από ποιός είσαι μέχρι τι είσαι.
Όλα τα ακούς, μα τίποτα δε βλέπεις.
Α, όλα είναι σύμβολα και αναλογία.
Ο αέρας πού περνά, τούτη η νύχτα η παγερή.
Είναι κάτι άλλο εξόν από νύχτα και αέρας –
Σκιές της Ζωής και της Σκέψης.
Όλα μας διηγούνται αυτό πού δε μας λέγεται.
Δεν ξέρω ποιο δράμα στην σκέψη ξέκανα
Πού είναι της διήγησης η νύχτα και ο αέρας.
Άκουσα. Έχοντας-το στη σκέψη μου, ακούγοντας-το στα μάταια.
Όλα συνηχούν και όλα παρόμοια είναι
Παύει ο αἐρας και, η νύχτα προχωρημένη
Αρχινάει η μέρα και ανίδεος εγώ υπάρχω,
Αλλἀ αυτό πού συνέβη καθόλου δεν είναι αυτό εδώ.
24.9.1923
**
ΧIX
Ξόδεψα το που δεν είχα.
Πιο γέρος από τα χρόνια μου.
Η ψευδαίσθηση που με κράταγε,
Μόνο στο πάλκο αφέντευε:
Πέταγες το κουστούμι της σκηνής, τέλειωνε το βασίλειο.
Γλυκός ήχος ήσυχων νερών,
Λαγνείες χαμένης ακροθαλασσιάς,
Τι νυσταγμένες θύμησες
Τι ελπίδες αχλυές!
Τι όνειρα για το όνειρο και τη ζωή!
Τι μού έπραξα; Με συναπάντησα
Όταν είχα κιόλας χαθεί.
Τρελαμένος αφέθηκα
Σαν το τρελό που εμμένει
Σ’ αυτό που τον διάψευσε.
Αποθαμένος είμαι των ήρεμων νερών
Πού κυλάνε γιατί έτσι οφείλουν
Παίρνουν μαζί όχι μόνο τις μνήμες
Αλλά και τις ελπίδες τις πεθαμένες –
Πεθαμένες, γιατί έτσι τους πρέπει.
Είμαι κιόλας ο προδικασμένος νεκρός.
Μόνο στο όνειρο εγώ με ξαναβρίσκω –
Όνειρο έωλο και ερεβώδες
Αυτού πού όφειλα να είμαι –τοίχος
Του έρημου κήπου μου.
Κύματα διαβατάρικα, σηκώστε με
Ίσαμε τη θαλάσσια λησμονιά
Σ’ αυτό που ποτέ δεν θα γινόμουνα παραδώστε με,
Γιατί έστησα γύρω σκαλωσιές
Για ένα σπίτι που ποτέ δε χτίστηκε.
29.8.19









