Herberto Helder, «Πρόλογος» (Μετάφραση από τα πορτογαλικά- επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης)
Ι.
Τα σπίτια ήρθανε μες στη νύχτα
Το πρωί είναι σπίτια
Τη νύχτα απλώνουνε τα χέρια προς τα ύψη
καπνίζουν έτοιμα για τη φυγή
Τα μάτια κλείνουν
διανύουν αποστάσεις μεγάλες
σαν τα σύννεφα και σαν τα καράβια
Κυλάνε μες στη νύχτα τα σπίτια
κάτω απ’ των ποταμών τη φουσκονεριά
Είν’ εξαιρέτως πιο υπάκουα
απ’ τα παιδιά
Μες στο σοβά γίνουνται
στοχαστικά
Παλεύουν να μιλήσουνε ξεκάθαρα
μες στη σιωπή
με τη φωνή τους από σκεπές γερτές
***
VI.
Η εντέκατη ώρα
έρχεται να χτυπήσει την πόρτα
χτυπά
μια δυο τρεις τέσσερις φορές
Καθώς δεν υπάρχει απάντηση
οι τοίχοι τη σκιά στενεύουνε
τα βήματά μας
σιγά-σιγά
ανεβαίνουν
στο τελευταίο
σιγά-σιγά
το πάτωμα στη σκάλα
***
VII.
αναδύθηκε
Ένα αεροπλάνο ελαφρά
Κεφαλή από αδρή πορσελάνη
Μαζί του θέλησε ν’ αποδράσει
υψώθηκε
Το σπίτι τ’ άρπαξε
**
ΧΙΙ.
δεν ήθελε δεν ήθελε τοίχους να ’χει
δεν ήθελε κλειδαρότρυπες σχισμές
φεγγίτες
παρά την είσοδο την έξοδο της φουσκονεριάς
των φυγάδων
να ’ναι σπίτι μονάχα
μια μ ο ν α ξ ι ά α ν ο ι χ τ ή
όχι τίποτα απέραντοι τέσσερις τοίχοι
***
ΧΙΙI.
Ας μην ήμουνα ποτέ φτιαγμένη από ξύλα τόσο σκληρά
Κάτω απ’ τη στέγη μου ξυλοκοπούνε τις έγκυες
στις κάμαρές τους σπαράζουν όλη νύχτα
καταραμένη είμαι και για μένανε θρηνώ
Γυρνοβολούνε τα φαντάσματα τα κρανία
με κοιτούνε οι φρουροί φτύνουνε στο πάτωμα
στο δικό μου το πάτωμα από μπετόν αρμέ
Επικαλούμαι έναν σεισμό να με ισοπεδώσει
μια ριπή ανέμου σωτήριου
Οργισμένη αποκοιμιέμαι οργισμένη ξυπνώ
λιώνει η ψυχή μου ώρα με την ώρα
τρέμει ο τοίχος ίσαμε τα κόκαλά μου
στενός στενότατος αλαφιασμένος
παραμερίζει ο διάδρομος
Ποιος θα με ξεπλύνει προτού πεθάνω;
Ποιος θ’ αρωματίσει το νεκρό μου το κορμί;
Ποιος θα με κλάψει εμένανε, το σπίτι;
***
ΧIV.
Θα σπάσεις τη μάσκα
τημμάαασκα σου
Σπίτι εύπλαστο από ασβέστη ζωντανό
Τημμάαασκα σου
πιο σκληρή από το νύχι τούτο
πιο φριχτή
από το νύχι τούτο απάνω στο δάχτυλο
Μπροστά σου τα τούβλα όλα ίδια
τα μυαλά τούτα όλα ίδια ολάκερα
θα πούνε
«του σπιτιού το πρόσωπο ξανάγινε πρόσωπο
α λ η θ ι ν ά γεμάτο α ί μ α»
*****************************************************************************************************
Τα σπίτια των Πορτογάλων ποιητών, μέρος 2ο
Η Luiza Neto Jorge (1939-1989) είναι μια σημαντική ποιήτρια της πορτογαλικής Γενιάς του 1960. Υπήρξε, επίσης, σπουδαία μεταφράστρια μιας πλειάδας έργων της ευρωπαϊκής κλασικής και μοντέρνας λογοτεχνίας. Το 1965 ίδρυσε το περίφημο Grupo de Teatro de Letras, μαζί -ανάμεσα σε άλλους- με τους συνοδοιπόρους της ποιητές της ίδιας γενιάς, Fiama Hasse Pais Brandão και Gastão Cruz. Φιλάσθενη από μικρή, πέθανε λίγους μήνες πριν κλείσει τα πενήντα της χρόνια.
Καθιερώθηκε ως ποιήτρια μέσω της συλλογικής έκδοσης Poesia 61, αν και είχε ήδη παρουσιαστεί έναν χρόνο πριν με την πρώτη της συλλογή, A Noite Vertebrada (Σπονδυλωτή νύχτα). Το 1964 παρουσίασε την ποιητική συλλογή Terra imóvel (Ασάλευτη γη). Σε τούτη περιλαμβάνεται και η ενότητα «As Casas», η οποία αποτελείται από 14 μέρη (εδώ μεταφράζονται περίπου τα μισά από αυτά) και έναν επίλογο. Η συγκεκριμένη ενότητα, εμβληματική για το έργο της ποιήτριας, αποτελεί κείμενο γριφώδες, ανοιχτό σε ποικίλες ερμηνείες.
Το μοτίβο των «σπιτιών» (που επανέρχεται στο έργο αρκετών Πορτογάλων ποιητών και επενδύεται με ξεχωριστούς κάθε φορά συμβολισμούς) εκτείνεται εδώ σε πολλαπλά επίπεδα: μια πολιτική δήλωση αντίδρασης στο ιδεώδες της «Casa Portuguesa», βασικό μοχλό του «Νέου Κράτους» του δικτάτορα Σαλαζάρ, κατά το οποίο το σπίτι της πορτογαλικής οικογένειας συμβολίζει τη σεμνότητα και την «καθαρότητα»∙ μια αυτοαναφορά στον ρόλο του ποιητή / της ποιήτριας και στη λειτουργία της ποίησης (ας προσεχθεί, εδώ, η δομή των στίχων, η συχνή χρήση της αμφισημίας, τα παιχνίδια με τους ήχους και τις λέξεις)∙ μια φεμινιστικού χαρακτήρα σύνδεση του σπιτιού, της οικίας (στα πορτογαλικά, η λέξη casa είναι γένους θηλυκού) με τη γυναίκα, η οποία παλεύει να ελευθερωθεί από την ασφυξία των «τοίχων» που την περιορίζουν.









