Βίαιοι κρότοι μού χάλασαν τον ύπνο
λες και σειόταν όλη η γη
άκουγα τον παλμό της με βεβαιότητα
μπαμ μπουμ
Βγήκα στο μπαλκόνι
Κομμάτια του πυρήνα της ξεπεταγόταν στον ουρανό
δέσμες φωτός έσκαγαν παντού
Κοσμοϊστορικό γεγονός
φαινόταν σαν γιορτή κι όμως…
έμοιαζε με πόλεμο
Τ’ αδέσποτα
είχαν καταχωνιαστεί κάτω απ’ τα όποια
παλιοαντικείμενα του δρόμου
Κατέβηκα τρέχοντας να κάνω συντροφιά
στη μαυρούλα της γωνίας∙ η καημένη
το ‘χει πάρει βαρέως
τρομάζει και με τον παραμικρό ψίθυρο
μετά την τρομοκρατία
της συμμορίας των γάτων της γειτονιάς
Τι δύστυχη έκπληξη∙
η ταλαίπωρη ψυχούλα της
δεν άντεξε τη σφοδρή φασαρία
είχε σβήσει αθόρυβη
στη γωνίτσα της, δίχως να ενοχλεί κανέναν
Εξοργίστηκα με την αδιακρισία των ανθρώπων
Ό,τι και να γινόταν
δεν μπορούσαν να κάνουν πιο σιγά;
Εδώ ο κόσμος καίγεται…
Ξάφνου συρροή από γιγάντιες γάτες
δαιμόνια αυτιά – ουρές
πλησίαζαν αργά, ολέθρια
–θαρρώ οι θαρραλέοι μαχητές–
με κομμάτια λάβας στα χέρια τους
–ψήγματα νίκης–
χωρίς να καίγεται η σάρκα τους
φορώντας ψυχή χαμογελαστή
Αναθάρρεψα κι εγώ∙
ήμουν έτοιμος να ορμήσω
Μα όταν είδα τη διαστροφή στα γαλήνια πρόσωπά τους
τα ‘χασα
Αυτοί δεν αστειεύονταν
είχαν βάλει τα καλά τους για να παν στη μάχη
Κατέφθαναν ξελιγωμένοι, σα νηστικοί
ικανοί να κατασπαράξουν και το πιο λευκό αρνί
Φόρεσα ο μαύρος μεμιάς για να γλυτώσω
τη φωνή της προδοσίας
Ποιος γιορτάζει και τάραξαν το σύμπαν…
ρώτησα με χάρη
κάνοντας πνεύμα πάνω απ’ το κουφάρι
Ανάσταση! Κύριε, μην ενοχλείστε.









