XI
[Εγώ πηγαίνω ονειρεύομενος δρόμους]
Εγώ πηγαίνω ονειρευόμενος δρόμους
του δειλινού. Τις χρυσές κορυφές,
τα πράσινα πεύκα
τις σκονισμένες βελανιδιές!
Κατά που πηγαίνει ο δρόμος;
Εγώ τραβώ τραγουδώντας, ταξιδιώτης
κατά μήκος της στράτας…
-πέφτει το απόβραδο-
«Στην καρδιά μου είχα
το αγκάθι κάποιου πάθους
να το βγάλω μπόρεσα μια μέρα:
πια την καρδιά μου δεν νιώθω…»
Κι ο κάμπος ολάκερος μία στιγμούλα
μένει, βουβός και σκιερός,
να συλλογιέται. Ηχεί ο αγέρας
στις λεύκες του ποταμού.
Το απόβραδο πιο πολύ σκοτεινιάζει•
και ο δρόμος που έρπει
και λευκάζει αχνά
θαμπώνει και χάνεται.
Το τραγούδι μου και πάλι θρηνεί:
Μυτερό χρυσό αγκάθι
ποιος μπορεί να σ’ αισθανθεί
στην καρδιά καρφωμένο;
(Soledades, galerías y otros poemas, 1907)
**********
Στις όχθες του Ντουέρο
Ιούλιος μήνας, στα μισά. Ήταν μια πανώρια μέρα.
Εγώ, μονάχος, ανέβαινα απ’ τα φαγώματα του πετρότοπου
γυρεύοντας σκιερές κόχες, βραδυπορώντας.
Φορές-φορές σταμάταγα το κούτελό μου να σφουγγίσω
μια ανάσα να δώσω στου στήθους μου το λαχάνιασμα ˙
ή άλλοτε, ανοίγοντας το βήμα, το σώμα μπροστόβαρο
και γερτός στο δεξί μου χέρι νικημένος και στηριγμένος
σ’ ένα μπαστούνι, όπως ράβδος ποιμενική,
σκαρφάλωνα προς τις κορφές που κατοικούν τ’ αρπαχτικά
πετούμενα των υψωμάτων, πατώντας τα ορεινά γρασίδια
που θαλερά ευωδίαζαν δεντρολίβανο, θυμάρι, φασκόμηλο, λεβάντα.
Απάνω στους κάμπους τους πικρούς χυνόταν ήλιος πυρφόρος.
Ένας γυπαετός διάπλατων φτερών με μεγαλόπρεπο πέταγμα
έσκιζε ολομόναχος το καθάριο γαλάζιο του ουρανού.
Εγώ ξεχώριζα, εκ του μακρόθεν, ένα βουνό ψηλό και μυτερό,
ένα υψωματάκι στρογγυλό σαν κεντητή ασπίδα
και μενεξεδένιους λόφους πάνω απ’ τα καφετιά χώματα
ρετάλια διάσπαρτα μιας παλιά πολεμικής ιπποσκευής,
τις φαλακρές οροσειρές απ’ όπου συστρέφεται ο Ντουέρο
για να σχηματίσει την κυρτή βαλλίστρα ενός τοξοβόλου
ολόγυρα απ’ τη Σόρια. Η Σόρια είναι ένα γείσο
κατά την Αραγονία, που ‘χει τον πύργο τον Καστεγιάνικο.
Θωρούσα τον ορίζοντα κλεισμένο από κορυφές
σκοτεινές, στεφανωμένες με δρύες και πουρναρόδεντρα•
βράχια κατάγυμνα , κάποιο ταπεινό λιβάδι
όπου βόσκει το πρόβατο και ο ταύρος, γονυπετής
απάνω στο γρασίδι, μηρυκάζει• τις άκρες του ποταμού
να λαμποδείχνει τις χλωρές του λεύκες στον καθάριο του θέρους ήλιο,
και, σιωπηλά, διαβάτες από πέρα,
-τόσο μικροί!- άμαξες, καβαλάρηδες κι αγωγιάτες
να διασχίσουν το γεφύρι το μακρύ, και κάτω απ’ αψίδες
λίθινες να ισκιομαυρίζουν τα ασημένια ύδατα του Ντουέρο.
Ο Ντουέρο διασχίζει τη δρύινη καρδιά
της Ιβηρικής και της Καστίγιας.
Ω, γη θλιμμένη και ευγενής,
των υψωμένων οροπεδίων, των χέρσων, των βραχότοπων,
των κάμπων δίχως οργώματα, ρυάκια και δεντροστοιχίες •˙
γερασμένες πόλεις, δρόμοι δίχως πανδοχεία
και σαστισμένοι χωρικοί δίχως τραγούδι και χορό
που παν ακόμη , τ’ άψυχο σπίτι εγκαταλείποντας,
όπως οι μεγάλοι ποταμοί σου, Καστίγια, προς τη θάλασσα!
Καστίγια αξιοθρήνητη , κυρίαρχη ως τα χτες,
στα ράκη της τυλιγμένη, περιφρονά ό,τι αγνοεί.
Προσμένει, κοιμάται ή ονειρεύεται; Το χυμένο αίμα
θυμάται, πότε είχε του σπαθιού τον πυρετό;
Τα πάντα κινούνται, ρέουν, μετακινούνται, τρέχουν ή στρέφονται •˙
αλλάζουν τη θάλασσα και το βουνό και το μάτι που μας θωρεί.
Πέρασε; Πάνω στους κάμπους ακόμη το άκαμπτο σου φάντασμα
ενός λαού που έβανε τον Θεό πάνω απ’ τον πόλεμο.
Η μάνα σε άλλον καιρό γόνιμη σε οπλαρχηγούς ,
μητριά είναι σήμερα ταπεινών αχθοφόρων, το πολύ.
Η Καστίγια δεν είναι εκείνη η κάποτε γενναιόδωρη,
όταν ο Ροδρίγο Μίο Σιντ του Βίβαρ επέστρεφε,
ξέχειλος απ’ τη καινούργια τύχη του, και την υπεραφθονία του,
να προσφέρει στον ρήγα Αλφόνσο τους αγρούς της Βαλένθια• ˙
ή που, μετά την περιπέτεια που έγκριση έδινε στις ορμές του,
ζήταγε την κατάκτηση των απέραντων ινδιάνικων
ποταμών από την Αυλή, από την μάνα των στρατιωτών,
από τους πολεμιστές και τους αρχηγούς που πρέπει να γυρίσουν
με χρυσό κι ασήμι φορτωμένοι, στην Ισπανία, σε βασιλικές γαλέρες,
για το κυνήγι κοράκια, για τη μάχη λιοντάρια.
Φιλόσοφοι θρεμμένοι από τη σούπα του μοναστηριού
απαθείς παρατηρούνε τ’ ορθάνοιχτο στερέωμα •˙
κι αν ως τα όνειρά τους έρθει, σαν μακρινός ψιθυρισμός,
αλαλαγμός εμπόρων από τις αποβάθρες της Λεβάντε,
δεν θα σπεύσουν καν να αναρωτηθούν, έστω, τι να συμβαίνει;
Κι ο πόλεμος έχει ανοίξει τις πόρτες του σπιτιού σου.
Καστίγια αξιοθρήνητη , κυρίαρχη ως τα χτες,
τυλιγμένη στα κουρέλια της, περιφρονά όσα αγνοεί.
Ο ήλιος γέρνει . Από τη μακρινή πολιτεία
φτάνει προς τα εμέ ένας αρμονικός σημάντρου ήχος ,
θα σπεύσουν στο προσευχητάρι του μαυροφορούσες γριούλες.
Απ’ τα βράχια ανάμεσα βγαίνουνε δύο νυφίτσες όμορφες• ˙
με κοιτάνε και μακραίνουν, τρέχοντας, κι εμφανίζονται
πάλι, παράξενες τόσο!… Οι κάμποι σκοτεινιάζουν,
Προς τη λευκή τη στράτα είναι ανοιχτό το χάνι
στον σκοτεινιασμένο κάμπο και στον έρημο πετρότοπο.
( Campos de Castilla , 1912]

*************
Το έγκλημα έγινε στην Γρανάδα
Στον Federico García Lorca
1. Το έγκλημα
Εθεάθη περπατώντας στα τουφέκια ανάμεσα,
από δρόμο μακρύ,
να βγαίνει στον κρύο κάμπο,
ακόμη με άστρα του πρωινού •
Φονεύσανε τον Federico
όταν το φως πρόβαλλε.
Των δημίων το απόσπασμα
δεν τόλμησε
να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο.
Άπαντες τα μάτια τους έκλεισαν•
προσευχήθηκαν: ούτε ο Θεός δεν σε σώζει !
Νεκρός έπεσε ο Federico
-αίμα στο μέτωπο και στα σπλάχνα μολύβι-
Στη Γρανάδα γίνηκε το φονικό
μάθετέ το- Γρανάδα δύστυχη!- στη δική του Γρανάδα.
2. Ο ποιητής κι ο θάνατος
Εθεάθη να περπατώντας με Εκείνη
δίχως φόβο στο δρεπάνι του.
_Πλέον ο ήλιος μέσα από πύργο και πύργο,
τα σφυριά στο αμόνι- αμόνι κι αμόνι των καμινιών.
Μίλαγε ο Federico,
τον θάνατο σμπαραλιάζοντας. Εκείνη άκουγε.
«Επειδή εχτές στον στίχο μου συντρόφισσα,
ο χτύπος ηχούσε απ’ τις στεγνές σου παλάμες,
και τον πάγο έδωκες στο τραγούδισμα μου, και την κόψη
στην τραγωδία του αργυρού δρεπανιού σου,
θα σου τραγουδήσω τη σάρκα που δεν έχεις,
τα μάτια που σου λείπουν,
τα μαλλιά σου που ο αγέρας δονούσε,
τα κόκκινα χείλη σου που στα φιλούσαν…
Σήμερα σαν χτες, τσιγγάνα, πεθαμένη δική μου,
τι ωραία μοναχός με σένα μαζί,
σ’ αυτούς τους αέρηδες της Γρανάδα,
της δικής μου Γρανάδας!
3.
Εθέαθη να περπατά…
Σιλμέψτε , φίλοι,
από πέτρα και όνειρο στην Αλάμπρα
έναν τύμβο στον ποιητή,
πάνω από μια κρήνη όπου θα κλαίει το νερό,
και αιωνίως θα λέει:
το φονικό γίνηκε στην Γρανάδα,
στη Γρανάδα του!
[La Guerra, 1937]
***********************************************************************************************************

******************************************************************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Οι τελευταίες μέρες του Antonio Machado
«Ετούτες οι γαλάζιες μέρες, ετούτος ο ήλιος της παιδικής ηλικίας»
Ο Antonio Machado αποβιώνει στις 22 Φεβρουαρίου 1939, λίγες μέρες αφού εγκαταλείπει, μαζί με την ηλικιωμένη μητέρα του και εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες του την Ισπανία που φεύγουν όπως-όπως να ξεφύγουν από το καθεστώς του Φράνκο, όταν ο αιματηρός Εμφύλιος, που στοίχισε τη ζωή σε εκατοντάδες χιλιάδες Ισπανούς, τελειώνει με την επικράτησή του. Εκτυλίσσονται σκηνές απόλυτης κόλασης για ανθρώπους που με ελάχιστα υπάρχοντα, ανάμεσά τους και ανήμποροι άνθρωποι ή μωρά, συνωστίζονται στα σύνορα με την Γαλλία, ενώ τους βομβαρδίζουν τα Ιταλικά και Γερμανικά αεροπλάνα που ενεργούν για λογαριασμό του καθεστώτος. Λίγο μετά όλο αυτό το πλήθος θα βρεθεί στοιβαγμένο σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, που στερούνται στοιχειωδών υποδομών. Και πάρα πολλοί από αυτούς δεν θα αντέξουν και θα πεθάνουν από το ψύχος, τις αρρώστιες ή την έλλειψη νερού και τροφής.
Ο μεγάλος ποιητής, και ένας από τους μεγάλους πρωταγωνιστές της γενιάς του 98, τους τελευταίους 15 μήνες του Εμφυλίου θα βρεθεί στo Rocafort, έναν οικισμό στα πέριξ της Βαλένθια. Αυτό συμβαίνει όταν το Υπουργείο Εκπαίδευσης και Καλών Τεχνών και η Κυβέρνηση των Δημοκρατικών, που είχε μεταφέρει εκεί την έδρα της φυγάδευσε εκεί όλους τους διανοούμενους από τη Μαδρίτη, για να μη συμβεί ό,τι συνέβη με τον Lorca στην Ανδαλουσία, που ως γνωστό φονεύθηκε στη Γρανάδα. Λίγο μετά, κι ενώ τα στρατεύματα του Φράνκο επελαύνουν, θα μεταφερθεί στην Βαρκελώνη, μετά την πτώση της οποίας κρίνεται οριστικά ο Εμφύλιος και αρχίζει ο δρόμος εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων για την προσφυγιά.
Ανάμεσά τους και ο ποιητής με την υπέργηρη μητέρα του, Ana Ruiz Hernández, καθώς και ο αδερφός του, José, με τη σύζυγό του. Ξεκινά ένα μεγάλο οδοιπορικό μιας βδομάδας, σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, μέσα στο δριμύ ψύχος και τη βροχή, όπου ο ποιητής θα χάσει τη βαλίτσα του με τα τελευταία του υπάρχοντα και ίσως κάποιες επιστολές προς την αγαπημένη του Guiomar. H βοήθεια του συγγραφέα και φίλου της οικογένειας, Corpus Barga, υπήρξε καθοριστική καθώς χρησιμοποίησε τα δικά του έγγραφα, έδωσε τις απαραίτητες εγγυήσεις και άσκησε την όποια επιρροή μπορούσε να έχει για να περάσουν τα σύνορα. Επιπλέον κουβάλησε στα χέρια του την ανήμπορη μητέρα του ποιητή, από τον σταθμό μέχρι τα ενδότερα της κωμόπολης όπου τελικά θα καταλύσουν, στις 28 του Γενάρη 1939, στο μικρό ξενοδοχείο Bougnol-Quintana της παραθαλάσσιας συνοριακής κωμόπολης Colliure, αφού προηγουμένως κοιμηθήκανε ένα βράδυ σε κάποιο παρατημένο βαγόνι. Εκεί, ο Antonio Machado, με την υγεία του την ήδη εύθραυστη, καθώς από αντιμετώπιζε προβλήματα, θα αφήσει την τελευταία πνοή και τρεις μέρες αργότερα θα τον ακολουθήσει και η μάνα του που σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής προς την έξοδο ρωτούσε «Πότε θα φτάσουμε στη Σεβίλλη;».
Στις τσέπες του θα βρεθούν κάποια τσαλακωμένα χαρτάκια όπου έχει γράψει τους τελευταίους τους στίχους και μεταξύ άλλων αυτός που θεωρείται και ο τελευταίος που έγραψε: «Estos días azules y este sol de la infancia…» («Ετούτες οι γαλάζιες μέρες και ετούτος ο ήλιος της παιδικής ηλικίας»). Λίγες μέρες πριν τον θάνατό είχε ζητήσει από τον αδερφό του, José, να επισκεφτούν τη θάλασσα. Αυτήν ήταν και η τελευταία του βόλτα στον κόσμο αφού επιστρέφοντας έπεσε κατάκοιτος στο κρεβάτι του και δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. Ετάφη στο τοπικό κοιμητήριο τυλιγμένος με τη σημαία της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας, τα ιδεώδη της οποίας έχει υπηρετήσει μέχρι την τελευταία στιγμή που βρισκόταν σε Ισπανικό έδαφος. Ένα από τα ελάχιστα πράγματα που είχε καταφέρει να κουβαλήσει μαζί του από την αγαπημένη του πατρίδα, ήταν ένα ξύλινο κουτάκι με λίγο χώμα που είχε μαζέψει λίγο πριν περάσει τα σύνορα της Γαλλίας, και το οποίο είχε αφήσει στην ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου και μαζί με αυτό και την τελευταία του επιθυμία: «Είναι χώμα Ισπανικό. Αν πεθάνω σε τούτα δω τα μέρη, με αυτό να με θάψετε».
Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε συγκίνηση και μεγάλη αίσθηση σε τέτοιο βαθμό που ακόμη και οι εφημερίδες του φράνκικου καθεστώτος τη μεταδώσανε κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στην ποιητική αξία και στη βαθύτητα των στίχων του ποιητή που έγραψε την εμβληματική συλλογή Campos de Castilla που τον καθιέρωσε στη συλλογική συνείδηση σαν έναν από τους μεγαλύτερους Ισπανούς ποιητές του 20ου αιώνα. Η φιλόσοφος María Zambrano μία από τις πιο λαμπερές γυναικείες μορφές της γενιάς του 27, σύμφωνα με τον βιογράφο της, Juan Fernando Ortega Muñoz, θυμάται τη συνάντησή της με τον ποιητή λίγο πριν περάσουν τα σύνορα για τη Γαλλία και περιγράφει πως αναγνώρισε τον ποιητή μέσα στο πλήθος και πρότεινε σε κείνον και την υποβασταζόμενη από εκείνον μητέρα του, να μπει στο αυτοκίνητο της• και εκείνος αρνήθηκε λέγοντας πως η θέση του ήταν μαζί με τον απλό λαό. Μια άλλη εμβληματική γυναίκα της γενιάς του 27, η ποιήτρια Ernestína Champourcín θα αποτυπώσει ανάγλυφα στη συλλογή της Primer Exilio (1978) την οδύνη εκείνων των στιγμών της απελπισμένης φυγής σχεδόν μισού εκατομμυρίου ψυχών, ανάμεσά τους και πολλοί που δεν θα ξαναβλέπανε ποτέ την Ισπανία, και είναι πολύ χαρακτηριστικά τα παρακάτω ποιήματα :
ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ
Τι μακρύ πήγαινε-έλα!
Ένα τρομαγμένο τουφέκι
εκπυρσοκροτεί στον αέρα!
Γωνίες στη νύχτα,
πατημασιές και λάμπες!
Θα φτάσουμε καμιά φορά;
Τα πόδια μου το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο
σε παγερό αυτοματισμό.
Να φτάσουμε όπου να είναι.
Σε μια ζέστη ανύπαρκτη,
σε μια μικρή ανάσα απούσα,
σε μια σιγουριά
που το ‘σκασε από παντού.
Ένα κομμάτι σπιτιού
χασμουριέται-κατά που δεν γνωρίζω.
_Παρατημένη η κούνια,
το σκέπασμά της ουράνιο.
Εκεί στον πέμπτο όροφο
ένα σκάκι ξυπνητό
δίπλα σε μια αδύναμη φλόγα
νοθευμένου οινοπνεύματος.
ΤΟΥΛΟΥΖΗ
Ανοίγουν οι πύλες.
Προς τα πού; Είναι ώρα
να μπει σε κίνηση το ονειρώδες
να παραβρεθούμε σε κείνο
που αδύνατο φάνταζε.
Ένας προορισμός κλείνει
άλλος ανοίγει ζοφερός
με ένα λίγο από φως
στα βάθη κρυμμένο.
Ίσως κάποια εικόνα
χαμένη στη μνήμη;
Μια δεντροφυτεμένη νήσος
με άνθη ανάμεσα ;
Μια λωρίδα γης
που η θάλασσα τη ζώνει ζηλόφθονη;
Στους φακέλους στοιβάζονται
ασυνήθιστες πόλεις-
ποιος θ’ ανοίξει τις πύλες
σε τούτη την άλλη τη γέννηση;
Κανείς δεν ρωτάει τίποτα
και προβάλλει η έκπληξη
όταν ένα αντίο υψώνεται
πάνω απ’ αυτόν π’ ακόμη δεν ξέρει.
**************************************************************************************************
ΠΗΓΕΣ
ΒΙΒΛΙΑ:
Comella, Beatríz (2002). Ernestína de Champourcín, del exilio, al Dios, Madrid: Ediciones Rialp.
Machado, A. (2023), Poesía Completa, Barcelona: Penguin Random House.
Ortega Muñoz, Juan F. (2006). María Zambrano: Biografia. Malaga: Arguval
ΝΤΟΚΥΜΑΝΤΕΡ :
Hojman, Laura (2020), Antonio Machado. Los días azules, Netfix
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ :
Díez, Luis (2009), Los últimos días de Antonio Machado, Público, Ανακτήθηκε την 18/1/2023 από https://www.publico.es/actualidad/ultimos-dias-antonio-machado.html
Jiménez, Jesus (2019), Los últimos días de Antonio Machado, RTVE, Ανακτήθηκε την 18/1/2023 από https://www.rtve.es/noticias/20190311/ultimos-dias-antonio-machado/1897760.shtml
Palmeral, Ramón Fernández (2021), Los últimos años de Antonio Machado, Meer, Ανακτήθηκε την 18/1/2023 από https://www.meer.com/es/64622-los-ultimos-anos-de-antonio-machado
Pérez, Manuel Mateo (2019), Los últimos días de Antonio Machado y la culpabilidad escondida de su hermano Manuel, El mundo, Ανακτήθηκε την 18/1/2023 από https://www.elmundo.es/cultura/literatura/2019/02/22/5c6ef781fdddff37318b45d8.html
Valenzuela, Juan Luis (2022), 83 años sin Antonio Machado: sus tristísimos días en Colliure antes de moir, El plural, Ανακτήθηκε την 18/1/2023 από https://www.elplural.com/sociedad/83-anos-sin-antonio-machado-ultimos-dias-colliure-antes-morir_284707102









