Ανατρεπτικές αναμνήσεις

Όλα μάταια
άμα σπάσει η συνοχή
ρουτίνα μες στο χάος
αν ηττηθώ ολοκληρωτικά.
Κάποιες φωτιές μονάχα
καίνε αναμνήσεις
έρχονται στον ίλιγγο
των ονείρων
και με ενθαρρύνουν
να ξεφύγω από την φυλακή,
σκόρπιες μορφές που δεν ησυχάζουν
αν δεν με δουν επαναστατημένο.
Θυμάμαι καλά το παρελθόν
δύναμαι να το συγκροτώ εντός μου
σε κάθε σκέψη, σε κάθε άγγιγμα,
σε κάθε ματιά
ακόμη κι όταν ζωγραφίζω
τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος.
Ζωηρή πάλη με τα θραύσματα της μνήμης
που δεν ενδίδουν στο κάλεσμα της λήθης.
Πότε πότε ενθυμούμαι
κι εσένα αγαπημένη
τρυφερή και συνάμα μαχαίρι
πληγωμένος από τα χέρια σου
και συγχρόνως εξιλεωμένος.
Παράξενες ωστόσο είναι
αυτές οι αναμνήσεις,
διόλου συνηθισμένες
ζεματάνε σαν πύρινες φλόγες
που μόλις τις φτάνω
μετουσιώνονται σε ελεύθερες εικόνες. 

 

*

Απειλητική άνοιξη

Εκείνα τα θαυμαστά ταξίδια
που πλάθουμε στα όνειρα χαρίζουν
εξαίσιες εικόνες κι αμάλγαμα ήχων
αυτοκρατορικές αίθριες ανατολές
ροζ φεγγάρια υποβλητικά
λουλούδια ελκυστικά μαύρα κι ασημιά
χρυσά πουλιά να κελαηδούν σιωπηλά
μεθυστικά κοκτέιλ από τριαντάφυλλα
καθώς χρωματίζουν τον ηλεκτρισμένο καιρό
υφαίνουν το άπειρο.
Στα βάθη κήπων μακρινών τα θέλγητρα
ξαφνικά φιλήματα ερώτων αταίριαστων
κυλιούνται παθιασμένα στο νοτερό έδαφος.

Η θύελλα με την καθαρή βροχή
έσμιξαν στο απριλιάτικο δείλι
κρύφτηκαν στα μελαγχολικά μου μάτια,
τα τζάμια της αδειανής κάμαράς μου
γέμισαν με δάκρυα.
Ω, ανεμοδαρμένη άνοιξη
τα χελιδόνια σου πέφτουν σβησμένα
από το μεγάλο ουρανό.

 

*

Θύελλα δεινών

Οι σοφοί αισθάνονται τα μελλούμενα
εκρηκτικές μάζες νεφών στον ορίζοντα
μαύρο αίμα ρέει στα μαντάτα
κι όπου δεν χλώμιασε ο τόπος ακόμα
τρέμει η πέτρα και το δέντρο τη σκιά
ρίγησε η πόλη έτοιμη να βυθιστεί στο χάος
μισοσβησμένες αχτίνες του ηλίου στις πλαγιές
αλλάζει χρώμα το γρασίδι του θανάτου
καταιγίδα αποκαλυπτική δεινά εκπληρώνεις
όλοι σε αντιλαμβάνονται όλοι σε νιώθουν
οι ειδικοί περιττό να εξηγήσουν
βλέπουμε την πρώτη αστραπή που φτάνει
ακούμε τον αντίλαλο του κεραυνού που κοντεύει
τα πάντα θα παραδοθούν στην παγκόσμια θύελλα
με τους ρυθμούς της θα χορέψουν τα ερείπια
στο διάβα του ανέμου θα μιλήσει η βία
μέσα από τα εγκαταλειμμένα σπίτια
με τη φωνή ανταριασμένου ουρανού
οι κάτοικοι προς τη μεγάλη φυγή
από πάνω τους κυματίζουν φωλιές πουλιών
σημαίες αιωρούμενες ψάχνουν λιμένα να δεθούν
απ’ τα συντρίμμια ας χτιστεί νέα αλήθεια
όταν ξεφράξει ο ορίζοντας
ο παλιός κόσμος αναμνηστική φωτογραφία
το Τολέδο δεν ήταν γραφτό να κρατήσει
το ‘ξερε καλά ο σοφός Ελ Γκρέκο.

 

*

Πέλαγα μακρινά

Περίεργη σήμερα η νύχτα
βαθιά στενοχώρια βγάζει κρυφή
μαγεμένη εικόνα στο περιγιάλι
μυστηριακή θάλασσα με τις φωνές της
ελεγείες αφιερώνει σε παράξενους θεούς
στον ουρανό ο Κρόνος ομορφαίνει τα μάτια
πέρα ‘κει στο λίγο φως που πέφτει
ακροφαίνεται πορτοκαλί ομίχλη
χρώμα απ’ άλλον αιθέρα κάπως με πνίγει
κρύα πέλαγα στ’ ανοιχτά
πανιά ταξιδεύουν χαμένα στη βροχή
αμυδρά νησάκια πετάνε στα κύματα
κι όμως θέλω να μείνω εδώ
στη σκέψη πως όλα τελείωσαν δύσκολα συναινώ
θολό το τοπίο μαύρη θάλασσα
με δικάζει σε κάθε βήμα στο σαθρό έδαφος
να ‘ναι άραγε νέα ζωή
που δεν την πρόσεξε κανείς ή θάνατος παντοτινός;
Ζωή δίχως φυτά και πρασινάδα
λασπερή και πορτοκαλί απ’ άκρη σ’ άκρη
μα ίσως αναπνέει το θαύμα.