Θαρρώ πια έφτασε ο καιρός, φίλε μου, να μάθεις

Γιατί εβάδισα κάτω απ’ την σιδεριά την φαγωμένη απ’ τον κισσό,

Γιατί ετράβηξα νερό απ’ το πηγάδι το για χρόνια ξερικό,

Γιατί είδα το ηλιοβασίλεμα μέσα απ’ τη σκουριά των καιρών

Κι ἒστηκα ἀχνύμενος,θαλερόν κατά δάκρυ χέων.

Περιδιάβηκα την μικρή μου ζωή, αγγίζοντας τα νοτισμένα χαλίκια

Στις άκρες του δρόμου· στο τέλος οδηγήθηκα, όχι μόνος,

Σε ένα μοναστήρι καμωμένο απ’ οιμωγές και βογγητά.

Χαμένοι στο μεγάλο σούρουπο της ιστορίας

Πλανηθήκαμε, με κεφάλια αγαλμάτων στα χέρια

Και τους στίχους ξεχασμένους στ’ ανύπαρκτα χείλη μας,

Νικημένοι απ’ το παρόν, σε αέναη αγωνία.

Τα πόδια μας μάτωσαν, οι ώμοι σφάδαζαν

Κι εμείς συνεχίσαμε την πορεία μας μεσ’ τη νυχτιά,

Μεσ’ τον αχό της υπόσχεσης για ένα μακρινό ξαπόστεμα.

«Αλλά πεντακόσα μέτρα ανηφόρα μάγκες, φτάνουμε»,

Είπε ο υπολοχαγός, με μια αρχαία ειρωνεία να κυματίζει

Στον ήχο της φωνής του, που χανόταν όλο και περισσότερο

Σ’ αυτήν την καταραμένη πια νυχτιά.

Το χέρι που έτρεμε απ’ το βάρος του όπλου

Μέτραγε την παλικαριά που χε απομείνει

Σε σώματα που γρήγορα και σταθερά λησμόνησαν

Τον σκοπό τους αυτές τις αποφράδες ώρες.

Μόνο βαδίζαμε, βαδίζαμε, βαδίζαμε, για που δεν γνωρίζαμε

Για πόσο δεν ξέραμε, μόνο βαδίζαμε προς το έρεβος της πιο μαύρης νυχτιάς.

Απρόσεχτοι θεριστές της πατρικής οίησης

Ή βιαστικοί να δρέψουμε δάφνες αργυρές,

Μεγάλοι, μικροί, οξύνοες, βραδείς, πλούσιοι και πένητες,

όλοι κοντανασαίναμε, όλοι είχαμε σπάσει,

όλοι παραφρονήσαμε απ’ τον ήχο των αρβυλών στη λάσπη,

αυτήν την απόκοσμη νυχτιά.

Μια υπόσχεση, αναρωτιέμαι, την θυμάσαι;

Θα γυρίσω πίσω κάποια μέρα να σ’ ανταμώσω

Εκεί που ο ήλιος είναι πάντα βασιλιάς και τα ύδατα πορφυρογέννητα,

εκεί που ξεκίνησα να συνθέτω στο κεφάλι μου

Τούτο τον μακρύ πένθιμο σκοπό,

che m’avea di paura il cor compunto.

Να γυρίσω σπίτι, να γυρίσω σπίτι, παραμιλούσαν ή ούρλιαζαν

Παλικάρια που πριν μια μέρα κινούσαν με ζέση, παιδιά

Που αποφάσισαν να καταπιαστούν με πράματα ανδρών.

Το ουίσκι έστελνε του μελιού τα χρώματα στα χέρια μας,

Φορώντας τις ακτίνες του αιώνιου εκείνου ηλιοβασιλέματος

Και τότε μου πες «Το μέρος ήταν δικό μου και τώρα στο χαρίζω,

Να χεις κάτι σαν πλανιέσαι και η ώρα σου πια γέρνει.»,

Οι πατέρες μου, βαδίζουν πλάι μου, τούτη την αφιλόξενη νυχτιά.

«Μιλήστε, μιλήστε μεταξύ σας και πιαστείτε απ’ τον γυλεό του άλλου,

Μην σας πάρει ο ύπνος περπατώντας και χαθείτε, άλλα διακόσα μέτρα!»

Φώναξε ο υπολοχαγός, θερμαίνοντας μ’ ελπίδα όσες καρδιές

Ήταν ακόμη εκεί να τον ακούσουν, μα εγώ δεν άκουγα πια.

Βάδιζα προς εκείνο το μέρος που μου χε τάξει ο πατέρας μου,

Βάδιζα προς εκείνη την κατάσταση που μου χαν τάξει οι πατέρες μου,

Βάδιζα και σκεφτόμουν, αν φτάσω στο τέλος θ’ αλλάξω πολλά.

Μίλησα με ιστορίες άλλων μέχρι που κι ο ίδιος γίνηκα ιστορία,

Γίνηκα ιστορία που κανείς δε θ’ αφηγηθεί γιατί είν’ η ιστορία του καθενός,

Γίνηκα ιστορία σε ιστορίες, που έχει ιστορηθεί φορές μυριάδες,

Και κανείς δεν λέει ιστορίες πια.

Εις μάτην κοπίασα να μάθω στην ψυχή μου να υποκλίνεται,

Εις μάτην κοπίασα να μάθω στην καρδιά μου να υποκλίνεται·

Εις μάτην αποκρίθηκα στον εαυτό μου

«Κι αν έχεις φαρμάκι για μένα, δε θα πιώ».

«Θα σαλέψεις· και ξέρεις· τα όνειρα θα ξεχαστούν πρώτα

Κι ότι μείνει θα ναι φύλλα και κλαριά, πέτρες και φήμη,

Κι αυτή κάποια θεά θα ναι.»

(Μου γνεφε μέσα απ’ τα ματόκλαδά της)

Αέρινος, άυλος, διάφανος, μη υπαρκτός· ζωντανός,

Δεν μπορώ να πεθάνω, το προσπάθησα.

Το προσπάθησα όταν με είδα ρημαγμένο και κενό,

Με τον πόνο να χει θεριέψει,

Το προσπάθησα όταν είδα τ’ άψυχα σώματά μας,

Να περιφέρονται λιωμένα κι οικτρά, χωρίς λογισμό,

(Κι εκείνη ακουμπούσε τα χείλη της στα δικά μου)·

Το προσπάθησα ακόμη μια φορά,

Εκείνη την δασκάλα νυχτιά.

«Αποθέστε γυλεούς κυκλικά, ετοιμαστείτε για βολή, φτάσαμε!»

Φώναξε ο υπολοχαγός θριαμβευτικά στ’ άχρηστα πια αυτιά μας.

Σαν γυρολόγοι κουρασμένοι που πετούν κάτω την λιγοστή πραμάτεια τους

Κι ετοιμάζονται για ακόμη μια μέρα κέρδους που ποτέ δεν θα ρθεί,

Πετάξαμε κάτω τα σακίδια μας και στεριώσαμε τα όπλα στους ώμους.

Κοιτώ τον στόχο, είμαι εδώ· σαν προσευχή ψιθυρίζω «σκόπευση,

Η νοητή γραμμή που εκκινεί απ’ το μάτι, διαπερνά το κλεισιοσκόπιο,

Την ακίδα στοχεύσεως και καταλήγει στον στόχο, απασφαλίζω, πυροδοτώ».

Εκεί, ακριβώς μέσα στον στόχο, είδα έναν που τον ήξερα

Από τότε που ήμουν στους ποταμούς·

Κι ακούγαμε τα ίδια παχιά λόγια,

Κι ίδια ποντιστήκαμε στα ασυγχώρητα νερά

Με τα ζερβά μας τα χέρια να κρατούν τις πληγές·

Και σαν με γνώρισε, με πλησίασε με μάτια δακρυσμένα

Και του πα, «Αδερφέ, πες μου μονάχα·

Κείνος ο βυθός που γιν’ ο δήμος μας

Ακόμη φιλοξενεί δημηγορίες ή τα λόγια

Έπαψαν πια απ’ τα ψυχρά ρεύματα;»

«Γνωστικά, σαν πριν, δε μιλάς·

Κι αν σου χε μείνει μυαλό

Θα το ξερες, πως τέτοιοι δήμοι σιγούνε γρήγορα.»

Δέομαι, ῥῦσαί με τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου·

Επέτρεψε μου να εισέλθω στην εξαγνιστική σκιά,

Φοβάμαι, φοβάμαι, φοβάμαι ότι έχασα τόσον πολύτιμο χρόνο.

Εχθρέ μου μ’ είχες βρει, ακόμη και νεκρό και ξεχασμένο,

Στο σεληνόφως που τρυπά, στην άμπωτη της νύχτας,

Μέλλων προσελθεῖν ἀφ᾽ ἑσπέρας.

Μέσα στον στόχο·

Ομφαλός του κόσμου η αλαζονεία μου, ουσία μου,

Προθύστερη ουσία των πατέρων μου, μνήσθητι αὐτοῖς

Στον βίαιο ύπνο σου, ονειρέψου καμένα ασφοδύλια και

Τάματα ηττημένων νικημένων ναρκίσσων, μνήσθητι αὐτοῖς.

Υιός που ετέχθη απ’ τις σπίθες των κλαγγών του σιδήρου

Φουρκισμένη καθώς μαινόταν η μάχη στα ουράνια,

Χαρούμενη καταστροφή και χαμογελαστή, lex eterna.

Ψόγος· Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες

Ώρα τέτοια, μονάχο να συγχωρέσω;

Το όπλο κλωτσά τον ώμο μου, ο κρότος μουδιάζει τ’ αυτιά μου,

Το χαρτί τρυπά στο κέντρο του, πετυχημένη η βολή.

«Μπράβο καταδρομέα!» φωνάζει ο υπολοχαγός σαν από μακριά,

Γιατί δεν μπορώ να διακρίνω πια. Στρέφω το βλέμμα προς την αυγή,

Να μου δείξει αυτά που δεν μου έδειξε η περασμένη, παγωμένη νυχτιά.

Το χιόνι πάγωνε τα βήματά μου, ενώ πάσκιζα να σταθώ πλάι της.

Και στον λήθαργο να χω τον νου μου ολάκερο,

Όρισε η φωνή της που ήλθε απ’ το σκοτάδι, που ήλθε από τον Άδη και

Την μόνη εκείνου θημωνιά που καλλιεργεί η κόρη της Δήμητρας, Περσεφόνη,

Που μόνο αυτή χαμογελάει κι υγιαίνει μεσ’ τον ζόφο.

Τον Μάη της άρεζε να βάζει κρίνους στα μαλλιά, κρίνους

Που μάζευε απ’ τον δρόμο

Κι οι λέξεις μου μ’αφήνανε μπροστά σ’ αυτούς τους κρίνους,

Που βάναυσα αδικήθηκαν δίπλα στο πρόσωπό της

Κι έκτοτε στολίζανε τα πράματα που άφησε, σαν έφυγε.

Η γριούλα, αριστοκράτισσα που φτώχυνε,

Έπαιρνε την απόφαση ένα πρωί ν’ ανοίξει ξανά τον φούρνο της,

Στον πίσω λόφο του χωριού, μεσ’ τα κατσάβραχα,

Που γκρεμίζονται προς την ανέγγιχτη θάλασσα.

Όπως κοίταζε τον επιτάφιο κάθε χρόνο να περνάει,

Στεκούμενη στην ρημαγμένη πόρτα του σπιτιού της

Έτσι θα τανε και τώρα. Ο κόσμος πολύ με θλίβει.

Κι είπα ναι θέλω ναι κι ο κόσμος δεν θέλησε,

Μα θ’ αρχίσω να ζυμώνω τον άρτο του Κυρίου

Κι όποιος θελήσει, εθέλησε.

Όλοι νεκροί.

Ποιος θα φάει το ψωμί μου;

Quid moraris emori?

Στον πίσω λόφο του χωριού, μεσ’ τα κατσάβραχα,

Που γκρεμίζονται προς την ανέγγιχτη θάλασσα.

Η όμορφη της γειτονιάς έστρωνε το φόρεμα στους ώμους,

Έτοιμη ν’ αδράξει την ψυχή της και να της διατάξει

Τις διαταγές της μέρας.

Τόσοι άνθρωποι που έμεινε να εξυπηρετηθούν,

Τόσοι άνθρωποι που έμεινε να βιαστούν,

Στο λαιμό τους να περάσουν θηλιές.

Το ρούχο στρώνει άψογα σήμερα,

Ο ράφτης πρέπει να ναι περήφανος.

Το τηλέφωνο χτυπάει στην γιορτή της ανήμερα,

Μα δεν τ’ απαντάει όταν είναι τόσο όμορφη.

Δεν είναι σκοτεινά πια. Ο κόσμος φαίνεται καθαρά.

Φοράμε πάλι τους μπερέδες μας, που στέλνουν

Πίσω στον ήλιο τις ακτίνες του σμαραγδένιες.

Κι αν ήσουν εκεί, φίλε μου, τότε δεν θα υποστήριζες με ζέση

Το να πράμα ή το άλλο· ίσως μάθαινες, όπως έμαθα κι εγώ,

Πως ποτέ η ανατολή δεν μας χρωστάει τίποτε,

Πως ποτέ δεν μπορεί κάποιος να εγγυηθεί

Πως η νυχτιά θα τελειώσει.