Ο παρείσακτος

 

Αγάπη μου, η νύχτα δυσοίωνη και θρηνητική έδειχνε

Όταν το χρυσό σου κλειδί στην κλειδαριά μου κελάηδησε ˙

Κατόπιν, η πόρτα ανοιχτή πάνω στην παγερή τη σκιά

Το σχήμα σου ήταν μια κηλίδα φωτός και λευκότητας..

 

Τα πάντα εδώ φωτίστηκαν απ’ τα διαμαντένια σου μάτια ˙

Ήπιαν στην κούπα μου τα ολόδροσά σου χείλη

Και ξαπόστασε στο μαξιλάρι μου το ευωδιαστό σου κεφάλι ˙

Το θράσος σου με γήτεψε  και την τρέλα σου λάτρεψα.

 

Και σήμερα γελώ αν γελάς κι εσύ, τραγουδώ αν τραγουδάς ˙

Κι αν κοιμάσαι, κοιμάμαι σαν σκυλί στα φυτά σου!

Σήμερα κουβαλώ ως και στον ίσκιο μου την εαρινή μυρωδιά σου ˙

 

Και τρέμω  άμα  το χέρι σου  την κλειδαριά ακουμπάει ˙

Και μακαρίζω  την κλαψιάρικη και ερεβώδη νυχτιά

Που στη ζωή μου  άνθισε  το στόμα σου τ’ άγουρο.

 

 

 *

Το ανείπωτο

 

Εγώ παράξενα πεθαίνω… Δεν με σκοτώνει η Ζωή,

Δεν με σκοτώνει ο Θάνατος, δεν με σκοτώνει ο Έρωτας ˙

Από μια σκέψη βουβή σαν λαβωματιά  πεθαίνω…

Ποτέ δεν έχετε νοιώσει τον παράξενο πόνο

 

Μιας σκέψης απέραντης που μες στη ζωή ριζώνει

Καταπίνοντας ψυχή και σάρκα, μη καταφέρνοντας ν’ ανθίσει;

Ποτέ δεν κουβαλήσατε εντός σας ένα άστρο κοιμώμενο

Που σας καίει ολόκληρους χωρίς λάμψη να δίνει;

 

Κορυφή των Μαρτυρίων…  Να κουβαλάς αιώνια

Οδυνηρό και κούφιο το  τραγικό σπόρι

Καρφωμένο στα σπλάχνα σαν ένα άγριο δόντι!

 

Όμως θα το  βγάλω μια μέρα σαν ανθό που θ’ ανοίξει

Θαυματουργό, απείραχτο !…Αχ, πιο σπουδαίο δεν έχει

Απ’ το να ‘χεις στα χέρια σου την κεφαλή του Θεού!

 

 *

Έκρηξη

 

Εάν η ζωή αγάπη είναι, ευλογημένη ας είναι!

Θέλω ζωή πιο πολλή για ν’ αγαπώ! Σήμερα νοιώθω

Πως δεν αξίζουν χίλια χρόνια της ιδέας

Όσο η γαλάζια στιγμή του συναισθήματος.

 

Η καρδιά μου πέθαινε θλιμμένη κι αργοκίνητη…

Σήμερα όπως φως ανοίγει σαν Απολλώνιο άνθος

Η ζωή ξεσπάει σαν μια βίαιη θάλασσα

Όπου  χτυπάει το χέρι του έρωτα!

 

Σήμερα πήγε κατά τη νύχτα, θλιμμένο, κρύο

Σπασμένα  τα φτερά, η μελαγχολία μου ˙

Σαν μια κηλίδα πόνου παμπάλαιη

 

Στην μακρινή σκιά διαλύεται…

Η ζωή μου όλη  τραγουδά, φιλά, γελάει!

Η ζωή μου όλη είναι ένα στόμα σ’ ανθοφορία.

 

 

***********************************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

Η Delmira Agustini ήταν το χαρισματικό παιδί μιας ευκατάστατης  μεγαλοαστικής οικογένειας στο Μοντεβίδεο της Ουρουγουάης που  της πρόσφερε από νωρίς μιαν κατ’ οίκον  πολυεπίπεδη μόρφωση, αλλά  και υποστήριξη για τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες. Ταυτόχρονα το οικογενειακό της περιβάλλον ήταν τόσο υπερπροστατευτικό που σχεδόν μεγαλώνει χωρίς φίλους. Εκτός από το γράψιμο και το διάβασμα αγαπούσε τη ζωγραφική και τη μουσική.  Από την εφηβική της  ηλικία  άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα και άρθρα σε διάφορα περιοδικά. Πολύ νωρίς εκδίδει την πρώτη της συλλογή (1907) που τυγχάνει θερμής υποδοχής από την κριτική και της δίνει πρόσβαση στους κύκλους των διανοούμενων της εποχής της. Τα ποιήματα της, ενταγμένα στο ρεύμα του μοντερνισμού  είναι έντονα  αισθαντικά και ερωτικά. Ειδικά εκείνα της τρίτης και τελευταίας της συλλογής  είναι τόσο τολμηρά που κάποιοι θα τα χαρακτηρίσουν προκλητικά και σκανδαλώδη. Γενικά η ποίηση της από την μία προκαλεί  τον θαυμασμό των προοδευτικών κύκλων και, από την άλλη,  αμηχανία και αρνητικά σχόλια στο συντηρητικό κομμάτι της  αστικής τάξης. Ένας από τους ποιητές που θα μιλήσει με θερμά λόγια για  το ποιητικό της ταλέντο  είναι ο θεωρούμενος ως πατέρας του μοντερνισμού, Ruben Darío, ο οποίος  επιδιώκει να τη συναντήσει και της υπόσχεται  ένα εισαγωγικό σημείωμα για το επόμενο της βιβλίο που ήδη σχεδίαζε. Για ένα μικρό διάστημα θα διατηρήσουν μεταξύ τους αλληλογραφία.

To 1913 παντρεύεται με τον Enqrique Job Reyes με τον οποίο διατηρεί κρυφή σχέση από το 1908 παρά τις έντονες αντιρρήσεις των γονιών της και ειδικά της αυταρχικής της μητέρας. Ο γάμος αυτός  για την εξέλιξη του οποίου η ίδια  είχε από πριν πολλές αμφιβολίες ( στον  Ruben Darío είχε γράψει πως σκέφτεται «να εισέλθει στην  τρομερή άβυσσο του έγγαμου βίου») δεν θα διαρκέσει ούτε  δυο μήνες. Η Agustini επιστρέφει στους γονείς της  ( «Ξέφυγα από την αισχρότητα και σαν τρελή αναζήτησα καταφύγιο στη μαμά» θα γράψει λίγο μετά στον συγγραφέα Manuel Ugarte) και ξεκινάει τη διαδικασία του διαζυγίου. Ο  Reyes, που ασχολούταν με το εμπόριο αλόγων και  συγκέντρωνε  πάνω του τις  προκαταλήψεις και τη  βιαιότητα  της συντηρητικής   κοινωνίας της Ουρουγουάης εκείνης της εποχής, φαίνεται πως δεν εκτιμούσε ούτε την αγάπη της για την ποίηση ούτε το ταλέντο της και φυσικά  ούτε και τις συναναστροφές της  στους λογοτεχνικούς κύκλους ˙ έτσι της δημιουργεί συχνά προβλήματα με την αφόρητη ζήλια του.  Η μεταξύ τους σχέση,  με την τραγική της κατάληξη,  έχει περάσει πλέον στη σφαίρα του μύθου. Στη διάλυση του γάμου ενδέχεται να έχει παίξει ρόλο, εκτός από την εναντίωση των γονιών της, ο έρωτας της για τον διάσημο αργεντινό συγγραφέα Manuel Ugarte. Παρόλα αυτά η Agustini εξακολουθεί να συναντιέται κρυφά με τον πρώην σύζυγό της σε τακτά διαστήματα.  Είχε ήδη βγει  επίσημα το διαζύγιο τους  όταν σε μία επίσκεψη της εκεί  ο Reyes  θα την πυροβολήσει εξ επαφής και θα την σκοτώσει. Αμέσως  μετά εκείνος αυτοκτονεί, κάτι που πιθανολογείται πως το είχε σχεδιάσει από καιρό.

Η Delmira Agustini εξέδωσε συνολικά τρεις ποιητικές συλλογές που αποδείχτηκαν αρκετές για να την καθιερώσουν ως μία από τις σημαντικότερες γυναικείες φωνές της ισπανόφωνης ποίησης του 20ου αιώνα.

 

 

 

ΠΗΓΕΣ :

 

http://www.scielo.org.co/scielo.php?script=sci_arttext&pid=S0121-85302020000100041

https://cvc.cervantes.es/literatura/escritores/agustini/cronologia/cronologia.htm

https://www.escritores.org/biografias/411-delmira-agustini

https://www.buscabiografias.com/biografia/verDetalle/5001/Delmira%20Agustini